Θα το βρείτε: Cosmote TV
Σύνοψη: Ο κόσμος της Iris αλλάζει ραγδαία όταν ο Walter, παλιός μέντοράς της και πολύ στενός της φίλος, βάζει τέλος στη ζωή του. Και αυτό όχι μόνο γιατί το σοκ του συμβάντος θα τη βάλει σε μια επίπονη διαδικασία πένθους κι εσωτερικής αναθεώρησης, αλλά κι επειδή θα αναγκαστεί να φιλοξενήσει στο διαμέρισμά της τον σκύλο του εκλιπόντος, τον Apollo, έναν πελώριο Γερμανικό Μολοσσό. Η προσαρμογή θα είναι δύσκολη, αλλά ίσως η παρουσία του Apollo βοηθήσει με τον τρόπο της να διαχειριστεί το πώς αισθάνεται η ίδια για την τραυματική εμπειρία που περνά.
Άποψη: Το φιλμ του ντουέτου των Scott McGehee και David Siegel στηρίζεται πάνω σε δύο άξονες, και πιο συγκεκριμένα σ’ έναν που μελετάει τον πυρήνα του πένθους και σ’ έναν άλλον που είναι φιλοζωικού ενδιαφέροντος.

Ο πρώτος είναι κάπως άνισα δομημένος. Η μεν ερμηνεία της Naomi Watts είναι εξαιρετική (καιρό είχε να αφοσιωθεί τόσο βαθιά και ουσιαστικά σε ρόλο, πραγματικά), αφήνει να φανούν πολύ καθαρά τα στάδια από τα οποία περνά η ηρωίδα της για να συμφιλιωθεί με κάποιες αλήθειες, αλλά το κομμάτι της σκιαγράφησης της πολύπλοκης σχέσης της με τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Bill Murray έχει κάποια προβλήματα, από τη στιγμή που το σενάριο είναι σαν να μη διευκρινίζει απόλυτα τη φύση του δεύτερου, καθιστώντας τον ακόμη και αντιπαθή μέσα από αφηγήσεις τρίτων.
Στις μετρημένες σκηνές που μοιράζονται οι δύο ηθοποιοί δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια αξιοπρόσεκτη χημεία που να υποδηλώνει πως αμφότερα αυτά τα φανταστικά πρόσωπα επέδρασαν καθοριστικά το ένα στο άλλο και τούμπαλιν όσο και τα δύο ήταν εν ζωή. Και κάπως έτσι είναι σαν να μην υπάρχει μια αρκετά γερή βάση για να γίνει απολύτως κατανοητή η βαριά θλίψη της Iris.
Ο δεύτερος άξονας, παρότι αφορά κάτι που συγκριτικά έχει μικρότερο αντίκτυπο στη ζωή ενός ατόμου, δηλαδή τη συμβίωση με ένα κατοικίδιο, παραδόξως αντιμετωπίζεται με πιο επιδέξιους χειρισμούς, καθώς αποτυπώνει με ευστοχία το ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο ανάμεσα σε άνθρωπο και σκύλο. Κι ευτυχώς οι McGehee και Siegel απεικονίζουν με ρεαλισμό και τρυφερότητα τη συνθήκη αυτή και τις περισσότερες από τις λεπτομέρειες που τη διέπουν, αποφεύγοντας τα σαχλά «κωμικά» κλισέ που καθιερώθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια προγενέστερων δεκαετιών γύρω από το θέμα από οικογενειακές κωμωδίες ως επί το πλείστον.

Η προσέγγιση είναι τέτοιου τύπου που μπορεί να «μιλήσει» τόσο σε αυτούς που είναι εξοικειωμένοι λιγότερο ή περισσότερο με τους εν λόγω τετράποδους φίλους όσο και σ’ εκείνους που δεν έχουν βρεθεί σε μια αντίστοιχη θέση.
Με δεδομένο το ότι οι εξάρσεις είναι ελάχιστες και αποδίδονται όχι ακριβώς λυτρωτικά για τους εμπλεκόμενους, ενδέχεται μια μερίδα του κοινού να νιώσει κάπως αδιάφορα απέναντι στο «The Friend», σε αυτήν την περίπτωση όμως θα προσπερνούσε μια ταινία που, ακόμη και αν δεν απογειώνεται ποτέ, διαθέτει μια καλοσύνη που δεν συναντάται τόσο συχνά στο αμερικάνικο σινεμά τα τελευταία χρόνια, όπως και λίγο βάθος παραπάνω από τον μέσο όρο.
Το στοίχημα θα κερδιζόταν εντελώς με μια πιο δουλεμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε Watts και Murray, από την άλλη βέβαια μπορεί και τα χέρια των σκηνοθετών και σεναριογράφων να ήταν δεμένα εξαιτίας της λογοτεχνικής πηγής.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων