Θα το βρείτε: Cosmote TV
Σύνοψη: Ο Elliot οδεύει με την κόρη του, Ridley, στην έπαυλη του αφεντικού του, με το οποίο επίκειται να κλείσει μια πολύ σημαντική συμφωνία.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, χτυπάει κατά λάθος με το αυτοκίνητό του και σκοτώνει έναν μονόκερο. Η κόρη του σοκάρεται κι εκείνος αποφασίζει να κρύψει το νεκρό ζώο στο αμάξι του μέχρι να βρουν μέρος για να το θάψουν μετά το τέλος της προγραμματισμένης επίσκεψης, φοβούμενος ότι αν δηλώσει το συμβάν στις αρχές θα έχει μπλεξίματα με τον νόμο. Όμως τίποτα δεν έχει αρχίσει ακόμη...
Άποψη: Το μεγάλο πρόβλημα με την ταινία του Alex Scharfman βρίσκεται στο ότι νομίζει πως είναι πολύ πιο έξυπνη από αυτό που πραγματικά είναι. Δυστυχώς για τον Scharfman, ακόμη κι ενας όχι τόσο έμπειρος θεατής θα μπορέσει να προβλέψει «που πάει το πράγμα» από τον τρόπο με τον οποίο το σενάριό του ξεχωρίζει το πρωταγωνιστικό ντουέτο από το υπόλοιπο καστ, κόντρα στις προσδοκίες μιας υποτιθέμενα ανελέητης μαύρης κωμωδίας.

Ενδεικτικό της όλης κατάστασης το γεγονός πως ένα ενδιαφέρον ηθικό δίλημμα που προκύπτει από την πλοκή («είναι θεμιτή η απρόσκοπτη εκμετάλλευση της φύσης αν είναι από αυτή να ωφεληθεί η ανθρωπότητα;») παραμερίζεται για χάρη μιας άκρως επιφανειακής αντικαπιταλιστικής σάτιρας για το προνομιούχο 1% αυτού του κόσμου που απλά διατυπώνει τα προφανή, και η οποία μάλιστα χάνει σε αληθοφάνεια με δεδομένες τις εξελίξεις που προκύπτουν από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα.
Ακόμη και η σχέση ανάμεσα στον πατέρα που υποδύεται ο Paul Rudd και την κόρη που υποδύεται η Jenna Ortega δεν είναι αρκετά καλογραμμένη για να αποτελέσει τη συναισθηματική ραχοκοκαλιά στην οποία πιθανότατα στόχευε το σενάριο, πολύ απλά γιατί ειδικά στην περίπτωση του πρώτου τα σκαμπανεβάσματα είναι τόσο πολλά και απότομα που δεν πείθει η σταδιακή μεταστροφή του σε ένα πιο θετικό πρότυπο.
Τα μεγαλύτερα ατού του συνόλου είναι η αξιόλογη δουλειά που έχει γίνει στη φωτογραφία από τον Larry Fong και η οποία εμπλουτίζει χρωματικά ένα φιλμ που κινδύνευε είτε να γίνει υπερβολικά κιτς είτε υπερβολικά βαρετό σε οπτικό επίπεδο, καθώς και η ερμηνευτική τριπλέτα των Richard E. Grant, Téa Leoni και Will Poulter που αναλαμβάνει ομαδικά να τονίσει τη χιουμοριστική διάσταση της ιστορίας (υπό διαφορετικό πρίσμα ο καθένας εκ των τριών) χαρίζοντας έτσι κάποιες διασκεδαστικές στιγμές. Αλλά αυτά τα στοιχεία πραγματικά δεν είναι αρκετά για να μετατρέψουν ένα δήθεν εναλλακτικό, αλλά ουσιαστικά άκρως συμβατικό και συντηρητικό, κινηματογραφικό προϊόν σε κάτι ανώτερο.

Το «κρίμα» που εξάγεται ως σούμα στο φινάλε απευθύνεται κυρίως σε ένα καλό καστ που άξιζε κάτι πιο στιβαρό από το υλικό που του δόθηκε να δουλέψει. Εξίσου λυπηρό είναι ότι αν φύγει από τη μεγάλη εικόνα η φιλοδοξία που προφανώς προϋπήρχε από την πλευρά του Scharfman για κάτι με βάθος κι επιχειρηθεί μια αποτίμηση με βάση αποκλειστικά την ψυχαγωγική αξία, και πάλι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα ικανοποιητικό «πακέτο», έτσι όπως είναι καμωμένο τίγκα στον εύκολο κυνισμό με μια προσχηματική στροφή στην τρυφερότητα στα τελευταία λεπτά.
Εν ολίγοις, ένα στραβοπάτημα για την A24, κάπως αναμενόμενο ίσως από τη στιγμή που σαν εταιρεία έχει επεκταθεί σε μεγαλύτερο αριθμό πρότζεκτ σε σχέση με τα ξεκινήματά της. Δεν γίνεται να «βγουν» όλα τα ρίσκα...



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων