Σύνοψη: Η στοργική γιαγιά Μισέλ απολαμβάνει μια ήρεμη συνταξιοδότηση σε ένα χωριό της Βουργουνδίας, κοντά στην καλύτερη της φίλη, την Μαρί-Κλωντ. Οταν όμως η κόρη της, Βαλερί, της αφήνει τον εγγονό της για να περάσουν μαζί την εβδομάδα των φθινοπωρινών διακοπών, τίποτα δεν θα πάει σύμφωνα με το σχέδιο
Άποψη: Το πώς ξεκινάει το νέο φιλμ του François Ozon, ακόμη και το γενικότερο ύφος που το διέπει από την αρχή μέχρι το τέλος, με τους χαλαρούς ρυθμούς που παραπέμπουν σε ενδοσκόπηση του γήρατος και το φθινοπωρινό σκηνικό που ξεκουράζει απατηλά το μάτι, είναι στοιχεία παραπλανητικά που μεταμφιέζουν με σατανική εξυπνάδα μια ιστορία νοσηρή, στημένη με τέτοιο τρόπο που ο θεατής εκ των υστέρων θα ανατρέχει σε μικρές στιγμές φαινομενικά ασήμαντες, οι οποίες όμως ενταγμένες στο σύνολο ολοκληρώνουν ένα παζλ που θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς ακόμη και μοντέρνα χιτσκοκικό.
Υπό ένα πρίσμα, το καστ είναι σαν να έχει λάβει οδηγίες να συντονιστεί με ένα κλίμα εξαιρετικά υπόκωφης και στυφής μαύρης κωμωδίας.

Το κλειδί βρίσκεται στην πρωταγωνίστρια που υποδύεται η Hélène Vincent, μια ηρωίδα που βγάζει κάτι άλλο στην επιφάνεια από αυτό που κρύβεται από κάτω, το οποίο αποκαλύπτεται με ένα modus operandi που πολλά στοιχεία δεν τα αρθρώνει ξεκάθαρα, προφανώς με πρόθεση να τονιστεί όσο πιο έντονα γίνεται ένας προβληματισμός γύρω από το πόσο εύκολο είναι λόγω καθιερωμένων αντιλήψεων να χτίσει ένα άτομο με τις αντίστοιχες δεξιότητες μια δημόσια εικόνα γύρω από τον εαυτό του που να είναι ψεύτικη στο 100%.
Η καλύτερη δυνατή εμπειρία θέασης για το φιλμ προϋποθέτει το να μπει ο εκάστοτε σινεφίλ ανυποψίαστος ως προς αυτό που θα ξεδιπλωθεί τα επόμενα λεπτά επί της οθόνης, απλώς γνωρίζοντας ότι θα δει κάτι που στον πυρήνα του είναι σκοτεινό.
Πρέπει επίσης να έχει στον νου πως κύριο χαρακτηριστικό εδώ δεν είναι η αμφισημία, αλλά η υπόνοια. Ανάμεσα σε πολλά άλλα που αποκαλύπτουν τη μεγάλη εικόνα, έχει τεράστια σημασία ως πινελιά στην κρίσιμη σκηνή της συνάντησης ανάμεσα σε Vincent και Valérie το σε ποια στιγμή γίνεται cut…
Το μόνο αδύναμο σημείο της όλης κατασκευής ίσως να είναι ότι επειδή το σενάριο έχει ως κύριο στόχο να καμουφλάρει περίτεχνα τα όσα πραγματικά διαδραματίζονται εντός των πλαισίων της πλοκής δεν αναπτύσσει τόσο τον παράγοντα της ψυχολογίας στην ανάλυση που επιχειρεί, από την άλλη βέβαια και η υπερεπεξηγηματικότητα μπορεί να μην έκανε καλό στο τελικό αποτέλεσμα αν επιλεγόταν ως δρόμος...

Η Vincent στον κεντρικό ρόλο έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες των Σεζάρ, και δικαίως. Η ερμηνεία της είναι συγκλονιστικά «ζυγισμένη» μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, πολύ προσεκτική στο πώς θα αποδώσει κάθε συναισθηματική εκδήλωση, με λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις που απαιτούν μια αφοσιωμένη παρακολούθηση για να γίνουν ξεκάθαρα ορατές.
Και για να αντιληφθεί κανείς το πόσο καλά διαβασμένος σκηνοθέτης ηθοποιών είναι ο Ozon, αρκεί να παρατηρήσει και την έξοχη Josiane Balasko που σιγοντάρει τη Vincent και που εκ πρώτης όψεως υποδύεται έναν χαρακτήρα που μοιράζεται πολλά κοινά με τον αντίστοιχο της συμπρωταγωνίστριάς της, όμως στην πορεία κάνουν την εμφάνισή τους ειδοποιοί διαφορές σε μανιέρες και συμπεριφορές που χαράζουν διαχωριστικές γραμμές, από τις οποίες μπορεί να εξάγει κανείς συμπεράσματα για τα δύο αυτά πρόσωπα.
Όσοι αρέσκονται σε κωδικοποιημένες αφηγήσεις πιθανότατα θα απολαύσουν το «Όταν Έρθει το Φθινόπωρο», αλλά ο Ozon πουθενά δεν υιοθετεί έναν ελιτισμό, αντιθέτως, είναι σαν να προσκαλεί με χαρά το κοινό να αποκρυπτογραφήσει όσα κρύβονται πίσω από χειρονομίες, εκφράσεις, όσα λέγονται και όσα δεν λέγονται.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων