Δράμα 2025: Οι δημιουργοί - Μέρος 2ο
ΣΧΕΤΙΚΑTo Φεστιβάλ Δράμας θέλει να σε εμπνεύσει να γράψεις το σενάριό σου
Κάθε μέρα, οι σκηνοθέτες που διαγωνίζονται στο 48ο Φεστιβάλ Δράμας, δίνουν ραντεβού με το κοινό (θεατές, επαγγελματίες της οπτικοακουστικής βιομηχανίας, δημοσιογράφους) για να μιλήσουν για την ταινία τους και να απαντήσουν σε ερωτήσεις, στο πιο φρέσκο και πολυαναμενόμενο ραντεβού του Φεστιβάλ. Να τι είπαν στο κοινό του Φεστιβάλ για τη δουλειά τους οι διαγωνιζόμενοι στη σημερινή παρουσίαση την οποία συντόνισαν ο Γιώργος Αγγελόπουλος (Εθνικό διαγωνιστικό), Παναγιώτης Ιωσηφέλης (Εθνικό Σπουδαστικό), Κωστής Χαραμουντάνης (Διεθνές Σπουδαστικό) και Σπύρος Σιάκας (Animation).
Μικρές ζωές (Δημήτρης Τσαλαπάτης)
«Για να βρούμε την μικρή μας πρωταγωνίστρια, απευθυνθήκαμε σε σχολές θεατρικού παιχνιδιού και κάναμε κάστινγκ. Όταν είδαμε σε ένα βίντεο την Έβελυν, η επιλογή ήταν ξεκάθαρη. Και δικαιωθήκαμε, διότι η σχέση της με την Δήμητρα Βλαγκοπούλου υπήρξε εξαιρετική. Αν και άντρας, με ενδιέφερε το θέμα της πρώτης περιόδου ενός κοριτσιού. Όλοι ξεκινάμε με τα βιώματά μας, αυτό όμως δεν σημαίνει πως κάνουμε ημερολόγιο. Την ιστορία εμπνεύστηκα από μια εικόνα που είδα σε ένα σούπερ μάρκετ. Βλέποντας μάνα και κόρη, σκέφτηκα πως θα ήταν η τέλεια συμμορία, θα έμοιαζαν αθώες πέραν πάσης αμφιβολίας. Το σπίτι τους, στην ταινία, είναι ένα αυτοκίνητο: ένα σπίτι εν κινήσει. Οι σύγχρονοι νομάδες άλλωστε είναι σε μία διαρκή κίνηση».
Η μέρα που γίναμε ήρωες (Σελήνη Παπαγεωργίου)
«Είναι τέλειο να δουλεύεις με τρία παιδιά! Και εμείς ήμασταν πολύ τυχεροί με αυτά που βρήκαμε. Δοκιμάσαμε διάφορους συνδυασμούς παιδιών στην αυλή του Νεανικού Πλάνου για να δούμε ποιά είχαν τη σωστή χημεία μεταξύ τους. Γνωρίστηκαν στις πρόβες και σιγά σιγά έγιναν φίλοι. Τα παιδιά στην ταινία βρίσκουν έναν αναίσθητο ναρκομανή στο δάσος Η ταινία γυρίστηκε στον Υμηττό». .Σύμφωνα με τη σεναριογράφο Ευδοξία Χασάπη, «η ιστορία προέκυψε από τα βιώματά μας καθώς μεγαλώναμε στην Καβάλα. Ενώσαμε διάφορες ιστορίες φίλων. Η ταινία ναι μεν είναι ιδωμένη από τη ματιά των παιδιών και μιλά σε αυτά, αλλά θεωρούμε πως απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες».
Μίτση (Γεύη Δημητρακοπούλου)
«Η ηρωίδα μου έχει υπερφυσικές ικανότητες, αν και αυτό το αφήνω κάπως ανοιχτό για τον θεατή. Ήθελα να κάνω μία ταινία για αγοροκόριτσα. Όταν γνώρισα την ηθοποιό μου, της το είπα: “Είσαι οκ να παίξεις αυτόν τον ρόλο και να σε δουν οι φίλοι σου στην οθόνη έτσι;”. Θυμάμαι πως στο κάστινγκ, με διέκοψε, για να μου πει πως η καρδιά της πάει να σπάσε και πως είναι η καλύτερη μέρα της ζωής της. Μου άρεσε το θράσος της.
Στην ιστορία συναντιούνται τρεις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών που στο τέλος συμφιλιώνονται, κατανοούν η μία την άλλη. Η μικρή μιμείται την μεγάλη αδερφή, για να έρθει κοντά της, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνει τις πράξεις της. Με τη γιαγιά υπάρχει ένα χάσμα ηλικίας και αντιλήψεων, αλλά τελικά το χάσμα αυτό γεφυρώνεται. Και η γιαγιά άλλωστε, μόνη της παλεύει. Ναι, υπάρχει το στοιχείο των μαγισσών στην ταινία, που παλιά τις έριχναν στην πυρά, αλλά με έναν έμμεσο τρόπο. Δεν ήθελα να κατευθύνω τον θεατή».
Λουδίας (Άκης Πολύζος)
«Πρόκειται για μια απόλυτα βιωματική ιστορία που διαδραματίζεται στην περιοχή και την ταβέρνα που μεγάλωσα ως παιδί. Η ιστορία αυτή μου συνέβη. Έτσι, γύρισα 20 χρόνια πριν με μία χρονομηχανή στην ίδια αυτή ταβέρνα. Και έκανα μια εβδομάδα βαθιάς ψυχανάλυσης... Δεν ξέρω αν σήμερα, ένα παιδί με το κινητό στο χέρι, θα μπορούσε να βιώσει κάτι τέτοιο.
Η ταινία έχει στοιχεία μυστηρίου. Ήθελα να επιστρέψω και λίγο στο κιτς adventure των ’80, όπου τα παιδιά πηδούσαν τους φράχτες και τα σχετικά. Θυμάμαι να υπάρχει ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από τα ζώα που κυκλοφορούσαν γύρω μας. Αναφορικά με τη διάρκεια της ταινίας, είναι μεγάλη γιατί τόσο χρειάστηκα για να αφηγηθώ την ιστορία. Mακάρι να μπορούσα να τη διηγηθώ σε μικρότερο χρόνο. Ή και σε μεγαλύτερο... Η μικρού μήκους είναι ένα δύσκολο format».
Κάνε αυτό που πρέπει (Μάνος Παπαδάκης)
«Μικρός, έκανα πρωταθλητισμό στο πινγκ πονγκ. Ο προπονητής μου ήταν μία καλτ φιγούρα, ήταν γνωστός στον προπονητικό χώρο: έβριζε, μέναμε σε ξενοδοχεία ημιδιανομής, τέτοια πράγματα. Αυτός ήταν η έμπνευση μου για την ταινία, την οποία τοποθέτησα την εποχή του “εμφυλίου” του δημοψηφίσματος, το οποίο χωρίζει σε δύο στρατόπεδα και τα παιδιά της ιστορίας. Ήμουν κι εγώ παιδί του “όχι”, πίστευα κι εγώ πως κάτι μπορεί να αλλάξει, έφαγα κι εγώ τη σφαλιάρα μου. Ένοιωσα πως αυτή η ιστορία ενηλικίωσης ήταν σημαντικό να μπει σε αυτό το πλαίσιο. Σκέφτηκα πως μπορεί και ο ήρωας να χρωστάει».

ΕΘΝΙΚΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΟ
Kοσμικό αυγό (Νεφέλη Ψύκου, Χριστόφορος Αλαμάνης)
Νεφέλη: «Η ιδέα της ταινίας, που είναι animation, προέκυψε από δύο όνειρα που είχα δει, επηρεασμένa από την τέχνη του Χριστόφορου και από το θέατρο σκιών. Μας βγήκε πολύ αυθόρμητα, σε ένα ασυνείδητο επίπεδο, και οι επιρροές μας ήταν μυθολογικές και θρησκευτικές.
Χριστόφορος: «Τα υλικά μας ήταν πολύ εύθραυστα. Υπάρχει και μία αναφορά σε βυζαντινό χειρόγραφο. Αυτό προσδίδει στην ταινία έναν μυστηριακό χαρακτήρα. Η αισθητική λιτότητα ήταν πολύ συνειδητή επιλογή μας».
Λευρεσθής (Ιωάννα Ρουμελιώτη)
Υπάρχει ενα τοπικό έθιμο, όπου σπάνε ένα πιάτο, και το ένα μισό το κρατάνε, ενώ το άλλο το αφήνουν στον νεκρό. Με τον τρόπο αυτό πιστεύουν πως θα συναντηθούν με το νεκρό στην επόμενη ζωή. Η ταινία προέκυψε από έναν τσακωμό μου με την μητέρα μου, για το πώς αντιμετωπίζει η θρησκεία τον θάνατο και την αυτοκτονία. Αλλά η ιστορία κατέληξε σε κάτι άλλο. Υπάρχουν και ανθρωπολογικά στοιχεία, καθώς έχω σπουδάσει κοινωνική ανθρωπολογία. Ήθελα η ταινία να βγάζει ως αίσθηση τον φόβο αλλά ταυτόχρονα και έναν βωβό θρήνο. Υπήρξαμε τυχεροί καθώς εξασφαλίσαμε μία επιδότηση, διαφορετικά δεν θα γινόταν η ταινία. Αν και σπουδαστική, το γύρισμα ήταν επαγγελματικό».
Το νησί της Αφροδίτης Venus Vidi Vici (Ρωξάνη Βαρελά)
«Είμαστε μια παρέα οκτώ φίλων και θέλαμε να κάνουμε κάτι μαζί. Είχαμε αυτό το σπίτι και γράψαμε την ιστορία της ταινίας. Στόχος ήταν να περάσουμε καλά και εμείς και ο θεατής. Θα έλεγα πως ήταν μια ταινία της στιγμής, δεν ανήκει σε κάποιο είδος. Θέλαμε να πηγαίνει μία στο ένα, μία στο άλλο, αλλά να δημιουργείται μία ένταση -χωρίς όμως να επιδιώκουμε να πούμε κάτι ιδιαίτερο. Η διαδικασία ήταν τόσο όμορφη που μου προκάλεσε την επιθυμία να συνεχίσω».
Οr how to disappear (Γιώργος Αγγελόπουλος)
«O ήρωας έχει γενέθλια και είναι σε μια δύσκολη φάση της ζωής του. Η ταινία μεταλλάσσεται συνεχώς στην πορεία και έχει αυτοσχεδιαστικά στοιχεία. Ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο προσωπική και εξομολογητική. Μοιάζει με όνειρο. Είμαι μηχανικός και δούλεψα πολύ με το χώρο, με τη γυψοσανίδα (τα δωμάτια εμφανίζονται δυσανάλογα ως μέγεθος στην ταινία). Πειραματίζομαι με τη φόρμα. Όμως τελικά μου βγήκε πιο προσωπική απ΄ότι περίμενα. Καθώς όμως την βλέπω ξανά και ξανά, νοιώθω πως απομαγεύομαι κάπως. Θέλω να κάνω κάτι καινούργιο».
Ο πατέρας μου (Χριστίνα Σφακιανάκη)
«Μέσα στην μυθοπλασία, προσέθεσα και μια αληθινή σεκάνς με τον πατέρα μου. Ξεχωριστά, στο τέλος. Η ταινία είναι animation -μου βγήκε πιο οικείο να δουλεύω καρέ καρέ, στο χέρι, γιατί είμαι εικαστικός. Ίσως κι επειδή ήξερα πως, καθώς ο μπαμπάς μου ήταν παλαιών αρχών, θα του άρεσε κάτι τέτοιο. Η ταινία αφορά ένα τραύμα. Την προσωπική μου σχέση με τον μπαμπά μου, αλλά και τα δικά του τραύματα, τα τραύματα του εμφυλίου. Ο πατέρας μου έχασε τον δικό του μπαμπά του στον εμφύλιο. Ήταν πάντα στην απ’ έξω στη ζωή μου, αλλά ασχολήθηκα μαζί του, παρακινημένη από την ανάγκη που είχα να αποδεχθώ τη σχέση μας. Αυτή την ανάγκη την ένοιωσα όταν έκανα το δικό μου παιδί».
Ήταν πολύ καλή στο να φεύγει (Βασίλης Παντελίδης)
«Σας πληροφορώ πως ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος τραγουδάει πολύ καλά, μάλιστα έχει κερδίσει και έναν διαγωνισμό καραόκε! Σε ένα καραόκε μπαρ γνωρίζονται άλλωστε και οι ήρωες της ταινίας. Υπήρξα πολύ τυχερός με τους ηθοποιούς μου, και με τον Αντώνη, που παίζει έναν ιδιοκτήτη γραφείου τελετών, και με την Μαρία Αποστολακέα.
Η επιδότηση της ταινίας έκανε τα πράγματα πιο εύκολα για μας –γιατί στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να κάνουμε σινεμά χωρίς χρήματα».
Μεταμόρφωση (Θάνος Καρανίκας, Δήμητρα Κοσμά)
«Το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε έντεκα μήνες μετά από τις καταστροφικές πλημμύρες του 2023, στην Μεταμόρφωση Καρδίτσας. Κι εμείς άλλωστε είχαμε βιώσει την πλημμύρα στο τμήμα μας, στο Βόλο. Ήταν μια προσπάθεια να δούμε πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το σινεμά για να διευρύνουμε το θέμα και σε άλλους χώρους. Μάθαμε πολλά από αυτό, μείναμε στο χωριό, φιλοξενηθήκαμε, νοιώσαμε οικεία. Θελήσαμε να συνδέσουμε την αρχιτεκτονική με καθημερινές ιστορίες. Προσεγγίσαμε το θέμα μας και εστιάζοντας στο χωριό, αλλά και από μια απόσταση -για να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα. Η μεταμόρφωση που συμβαίνει στο χωριό, συμβαίνει γιατί λαμβάνονται κάποιες αποφάσεις από ψηλά, που συχνά δεν αντιλαμβάνονται καν οι κάτοικοι».
Ραφαέλα (Ηλίας Μαρούτσης)
«Για τις ανάγκες της ταινίας, πήγαμε σε μπουρδέλα, σε πιάτσες, μιλήσαμε με ανθρώπους. Στόχος ήταν να μαζέψω υλικό για να φτιάξω μια περφόρμανς. Ήθελα να διερευνήσω τα ταμπού και τα στερεότυπα απέναντι σε αυτήν την ετεροτοπία. Σε αυτό το πλαίσιο, γνώρισα την Ραφαέλα που έχει μία συγκλονιστική ιστορια, τόσο ακραία, που αν την έβλεπε κάποιος σε μυθοπλασία θα μας έλεγε υπερβολικούς. Θέλησα να αξιοποιήσω ένα κομμάτι της ιστορίας της αυτής ως έναυσμα και γέφυρα προς τον κόσμο της». Παρούσα στην συζήτηση ήταν και η ίδια η Ραφαέλα, η οποία είπε στο κοινό πως έχει ξεκινήσει να γράφει ένα βιβλίο για τη ζωή της. «Έζησα πολύ τραυματικά γεγονότα. Αλλά θεωρώ πως τώρα πια είμαι πιο συνιδητοποιημένη και τα έχω ξεπεράσει».
ΝΕΟ ΜΕΞΙΚΟ (Αντώνης Γκούμας)
Αντώνης: «Με την Ισαβέλλα Αϊβαλιώτη, τη σεναριογράφο της ταινίας, πηγαίναμε σε καλλιτεχνικό σχολείο, και η δασκάλα υποκριτικής μας έγινε η ηθοποιός μας! Οπότε γνωρίζοντας μας, εμάς και το χιούμορ μας, κατάλαβε απόλυτα το κειμενό μας και τι θέλαμε να πούμε. Δουλέψαμε πολύ τους διαλόγους με την Ισαβέλλα».
Ισαβέλλα: «Ο χαρακτήρας της ηρωίδας αλλάζει το genre της ταινίας, από κάτι ανάλαφρο σε κάτι πιο βαθύ. Είναι μια γυναίκα που έμεινε σε μια μόνιμη εφηβεία, επιδιεκνύοντας μια μεγάλη επιπολαιότητα».
Το κίνητρο (Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης)
«Η ταινία αφορά τις επιλογές που πρέπει να κάνουμε κάθε μέρα. Ο ήρωας προτίμησε από το ισχυρό κίνητρο του χρήματος, να σώσει την ψυχή του. Είναι ένα νουάρ, και έχει τη φόρμα μεγάλου μήκους ταινίας. Θεωρώ πως μπορούμε να έχουμε κινηματογραφικά είδη (genre) στην φόρμα της μικρού μήκους. Ο πρωταγωνιστής μας δεν είχε καμία εμπειρία με κάμερα πριν. Για τα γυρίσματα βρεθήκαμε στην Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη».


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων