Θα το βρείτε: Netflix
Υπάρχει μια παλιά κριτική κοινοτοπία που επιμένει ότι οι δημιουργοί δεν θα έπρεπε ποτέ να πραγματοποιούν τα «έργα των ονείρων» τους. Η ιδέα είναι ότι η πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να απογοητεύσει τη φαντασία που τα γέννησε. Το Frankenstein του Guillermo del Toro αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: ότι ένα όνειρο μπορεί να μετατραπεί σε κινηματογραφικό όραμα που όχι μόνο στέκεται στο ύψος του μύθου, αλλά τον επαναδιατυπώνει. Η νέα εκδοχή της κλασικής ιστορίας της Mary Shelley είναι ένα εντυπωσιακό, σκοτεινό και συγκινητικό φιλμ τρόμου που αποδεικνύει γιατί ο μύθος συνεχίζει να επιστρέφει στον κινηματογράφο.
Η ιστορία του Frankenstein αποτελεί ίσως το πιο ανθεκτικό γοτθικό αφήγημα της νεωτερικότητας. Από την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος της Σέλλεϊ το 1818, το πλάσμα που γεννιέται από τη φιλοδοξία ενός επιστήμονα έχει μετατραπεί σε καθολικό σύμβολο: σύμβολο της επιστημονικής ύβρεως, της αποξένωσης, αλλά και της ανθρώπινης ανάγκης για αναγνώριση. Κάθε νέα κινηματογραφική μεταφορά καλείται να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος της παράδοσης. Και το φιλμ του Ντελ Τόρο το κάνει με έναν τρόπο που δείχνει βαθιά κατανόηση τόσο της λογοτεχνικής πηγής όσο και της ίδιας της κινηματογραφικής ιστορίας.

Η ιστορία βασίζεται φυσικά στο κλασικό μυθιστόρημα της Σέλεϊ, αλλά η ταινία μεταφέρει τα γεγονότα στο 1857, μια εποχή όπου η επιστήμη και η τεχνολογία αρχίζουν να αλλάζουν τον κόσμο. Αυτή η χρονική μετατόπιση επιτρέπει στον επιστήμονα Victor Frankenstein να χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό πιο έντονα στα πειράματά του – κάτι που προσφέρει και μερικές από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της ταινίας.
Η οπτική ταυτότητα της ταινίας είναι καθαρά δημιούργημα Ντελ Τόρο: βαθιά κόκκινα, βαριά μαύρα και ονειρικές εικόνες που θυμίζουν πίνακες γοτθικής τέχνης. Σε ένα σημείο εμφανίζεται μια φτερωτή κόκκινη μορφή που θα μπορούσε να είναι άγγελος ή δαίμονας – ένα από τα πολλά οπτικά μοτίβα που δείχνουν την αγάπη του σκηνοθέτη για το συμβολισμό. Η μουσική του Alexandre Desplat δίνει στο φιλμ την απαραίτητη δραματική ένταση, συνοδεύοντας τις σκηνές τρόμου αλλά και τις πιο λυρικές στιγμές.
Ο Όσκαρ Άιζακ παίζει τον Βίκτορ Φρανκενστάιν με μια ένταση που κάνει τον χαρακτήρα ταυτόχρονα συναρπαστικό και επικίνδυνο. Ο επιστήμονας του δεν είναι απλώς ένας εκκεντρικός ερευνητής· είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει απόλυτα ότι η δημιουργία ζωής αποτελεί ένα ανώτερο επιστημονικό και ηθικό επίτευγμα. Απέναντί του βρίσκεται το πλάσμα που δημιούργησε. Ο Τζέικομπ Ελόρντι δίνει μια ερμηνεία που αποφεύγει την καρικατούρα. Το τέρας του είναι τρομακτικό όταν χρειάζεται, αλλά και βαθιά ευάλωτο. Όταν το πλάσμα αρχίζει να διαβάζει και να μαθαίνει για τον κόσμο, η ταινία μετατρέπεται σχεδόν σε τραγωδία για την απομόνωση και την απόρριψη.

Το σημαντικότερο επίτευγμα της ταινίας είναι ότι αντιμετωπίζει τον μύθο με σοβαρότητα. Δεν υπάρχει ειρωνεία ούτε αυτοσαρκασμός. Ο Ντελ Τόρο πιστεύει απόλυτα στην ιστορία που αφηγείται και την παρουσιάζει με μια σχεδόν ρομαντική αφοσίωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που θυμίζει γιατί η ιστορία του Φρανκενστάιν παραμένει τόσο ισχυρή. Δεν είναι απλώς μια ιστορία τρόμου. Είναι μια ιστορία για την ευθύνη της δημιουργίας, για την ανθρώπινη μοναξιά και για το πώς το τέρας που φοβόμαστε μπορεί να είναι απλώς το πιο ειλικρινές κομμάτι της φύσης μας.
Πριν από χρόνια, ο Ντελ Τόρο είχε πει σε μια συνέντευξη ότι φοβόταν να γυρίσει το Frankenstein, γιατί αν το έκανε, το όνειρο θα έπαυε να υπάρχει. «Ονειρεύομαι ότι μπορώ να κάνω το καλύτερο Frankenstein που έγινε ποτέ», είχε πει. «Αλλά αν το κάνεις, το έχεις κάνει. Είτε είναι μεγάλο είτε όχι, τελείωσε. Δεν μπορείς να το ονειρεύεσαι πια. Αυτή είναι η τραγωδία ενός σκηνοθέτη».
Πάντως, το Frankenstein του Ντελ Τόρο δεν μοιάζει με το τέλος ενός ονείρου. Μοιάζει περισσότερο με την απόδειξη ότι μερικά όνειρα αξίζει τελικά να πραγματοποιηθούν.




















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων