Νύχτες Πρεμιέρας 16: Nocturne - Κριτική & Τrivia

Δημοσίευση: 23 Σεπτεμβρίου 2016, 21:38

Μια μικρή νυχτερινή underground ταινία

Ο άνθρωπος που σκότωσε (προσωρινά) τον Τζον Σνόου στο «Game of Thrones» (Όουεν Τιλ) ηγείται ενός πολυεθνικού καστ στο υπαρξιακό θρίλερ του πρωτοεμφανιζόμενου Κωνσταντίνου Φραγκόπουλου. Εδώ υποδύεται έναν από τους τρεις ήρωες που κρύβονται από τον κόσμο και τον εαυτό τους σε ένα υπόγειο πάρκινγκ, προτού η άφιξη ενός μικρού κοριτσιού τούς δώσει προς στιγμή δύναμη για μια νέα αρχή στο φως. Όλα καταρρέουν, όμως, όταν διαπράττεται ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Και για κάθε έγκλημα κάποιος πρέπει να πληρώσει.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κωνσταντίνου Φραγκόπουλου, μια ελληνο-αγγλική παραγωγή που μιλάει αγγλικά, έστω και σπαστά μερικές φορές, άνοιξε το Ελληνικό Τμήμα του Φεστιβάλ. Ο δημιουργός περιορίζει τη μετρημένη δράση στα στενά γκρίζα όρια ενός ανήλιαγου σταθμού αυτοκινήτων, με ‘κέντρο επιχειρήσεων’ το γραφείο-καμαράκι της εισόδου, όπου οι κάμερες παρακολουθούν τα διάφορα επίπεδα του πάρκινγκ και προβάλλουν σκόρπια ασπρόμαυρα ‘θραύσματα’ της ιστορίας, εντείνοντας τη σκοτεινή κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, με δύο μόνο ‘φωτεινές’ εξαιρέσεις. Στον μικρόκοσμο αυτόν γνωρίζονται οι δύο κεντρικοί ήρωες που καλύπτουν την πρωινή και τη βραδινή βάρδια. Και οι δύο ‘ξένοι’, που έχουν εγκαταλείψει τη ζωή τους σε μια άλλη χώρα για λόγους οικογενειακούς και μη.

Ο Μάρεϊ είναι ‘έξω καρδιά’ και δεν βάζει γλώσσα μέσα. Ο Ιερώνυμος, σχεδόν αμίλητος, μοιάζει αμέτοχος, μέχρι που θα γίνει αναγκαστικά κάτι σαν babysitter της δεκάχρονης Τάμσιν, της κόρης του Μάρεϊ, ο οποίος και θα κληθεί μετά την αποξένωση ετών, να μάθει πως γίνεται κανείς (καλός) πατέρας. Την τετράδα των βασικών χαρακτήρων συμπληρώνει με ακόμα πιο δραματικό touch η Άνυα, μια νεαρή άστεγη ρωσικής ή ανατολικο-ευρωπαϊκής καταγωγής, που μοιράζει τον χρόνο της και τον πόνο της ανάμεσα στο κλιμακοστάσιο του πάρκινγκ και τα πίσω καθίσματα ενός τζιπ, ικανοποιώντας κυρίως off-camera τις ορέξεις των πελατών που τις πασάρουν δύο Έλληνες καλοβαλμένοι νταβατζήδες. Η παιδική αφέλεια και η αθωότητα της Τάμσιν θα τους φέρει όλους πιο κοντά, θα αναποδογυρίσει τα συναισθήματά τους, και θα τους οδηγήσει ακόμα και στην ταράτσα του κτιρίου, για ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου κάτω από τον ήλιο με θέα την πόλη. Και προς το τέλος της ταινίας, θα τους εγκλωβίσει άθελά της πάλι για τα καλά στο υπόγειο, προσωρινά αντιμέτωπους με τις συνέπειες ή τις διεξόδους τελικά ενός εγκλήματος.

Η ταινία αξιοποιεί σωστά την αυστηρή θεατρικότητα και σκληρότητα του χώρου, δεν δημιουργεί αναίτιο φόβο και κρατά σχετικά χαμηλόφωνες τις σκηνές βίας. Τα πρόσωπα των ενηλίκων, εξίσου ‘υγρά’ και άκαμπτα με το περιβάλλον που τα συντηρεί, μουδιασμένα στην εξορία όπου έχουν επιλέξει να κρυφτούν. Χωρίς να ξέρουμε από που έρχονται ακριβώς και που πάνε φεύγοντας από το γκαράζ, όλοι οι χαρακτήρες ‘χωρίς ταυτότητα’ αυτής της μικρής Βαβέλ έχουν οντότητα και διαθέτουν έως ενός σημείου το κατάλληλο εκτόπισμα. Κάπου σκοντάφτουν όμως, καθώς κινούνται σε ολίγον τι στερεοτυπικά πλαίσια, κάνοντας το background τους να μην μοιάζει και τόσο άγνωστο: ο πλακατζής χήρος μεσήλικας που έχει ανάγκη να χαρεί λιγάκι τη ζωή του, πάει με τα νερά των δυνατών και χάνει τον μπούσουλα με τις απαιτήσεις του πατρικού ρόλου, ο πρόσφυγας που κουβαλάει τις τύψεις ενός στρατιώτη και μιας χαμένης πατρίδας, το ώριμο για την ηλικία του κορίτσι που φέρνει ως καταλύτης την όποια χαρά, η πόρνη που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, και βέβαια οι δύο νταήδες που κινούν τα νήματα στον δικό τους κόσμο (κακό του κεφαλιού τους...).

Η πορεία και κατάληξή τους φαντάζει προδιαγεγραμένη στα μάτια του θεατή, στερώντας τους την μια μεγάλη δόση αναμενόμενης αγωνίας και έκπληξης. Τη στιγμή της κάθαρσης αυτής της μικρής νυχτερινής ιστορίας, κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις: και όσοι επιβιώσουν, ίσως να βρουν τη θέση που τους αξίζει εκεί έξω, ή τουλάχιστον μια δεύτερη ευκαιρία να κοιτάξουν κατάματα τον ανοιχτό ορίζοντα και όχι τον απέναντι τοίχο, με αισιοδοξία και ένα χαμόγελο ελπίδας στα χείλη.

Ηθοποιοί: Owen Teale, Sasha Alexander, Λένα Παπαληγούρα, Δημήτρης Λάλος,Γιώργος Συμεωνίδης, Lili Mavromati

Μερικά ενδιαφέροντα TRIVIA που μάθαμε από το Q&A που ακολούθησε μετά την προβολή, παρουσία του σκηνοθέτη, του ελληνικού cast, του σεναριογράφου και μέρους του crew:

-Ο τίτλος NOCTURNE που σχετίζεται με ένα από τα δημοφιλή έργα για πιάνο του Chopin - ακούγεται άλλωστε ένα μουσικό θέμα στην ταινία - ήταν για καιρό κάτι σαν working title. Τελικά επισημοποιήθηκε μετά τα γυρίσματα ως απόλυτα ταιριαστός με τη νυχτερινή ατμόσφαιρα της ταινίας.

- Οι αγγλόφωνοι διάλογοι επιλέχθηκαν για εύλογους λόγους, προκειμένου η ταινία να έχει απήχηση σε ευρύ κοινό εκτός Ελλάδας. Πόσο δυσκόλεψαν τα ‘broken English’ τους τρεις Έλληνες ηθοποιούς; Ήταν σαφώς μια πρόκληση και μια αποκαλυπτική διαδικασία, καθώς η γλώσσα – και μάλιστα με την απαραίτητη ξενική προφορά ανάλογα της εθνικότητας του καθενός – δίνει άλλο δρόμο και στο υποκριτικό αποτέλεσμα.

-Αρχικός τόπος για τα γυρίσματα ήταν το Νιούκασλ, για οικονομικούς λόγους όμως η παραγωγή επέλεξε τελικά την Αθήνα και μάλιστα τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στην καρδιά της πόλης.

-Τα γυρίσματα, μετά τις απαραίτητες τροποποιήσεις λόγω του νέου location, ξεκίνησαν λίγο πριν την επιβολή των capital controls τον Ιούνιο του 2015, και ευτυχώς ολοκληρώθηκαν ‘αναίμακτα’, με την αυτοθυσία και των μελών της παραγωγής.

-Ο Ουαλός πρωταγωνιστής Όουεν Τιλ γνωρίζεται πολλά χρόνια με τον σκηνοθέτη και έχουν ξανασυνεργαστεί στη μικρού μήκους ταινία του «A meeting at last». Το timing των γυρισμάτων συνέπεσε με το τέλος της πολύκροτης σεζόν του ‘Game of Thrones’ με τον ‘θάνατο’ του Τζον Σνόου από τα χεράκια του. Ευτυχής συγκυρία μεν για τον σκηνοθέτη η συνεργασία με έναν αναγνωρίσιμο ηθοποιό, λίγο πιο ζόρικη όμως φαντάζομαι για τον τηλεοπτικό Σερ Άλιστερ που τριγυρνούσε στην πόλη μας, ανάμεσα στους πάμπολλους fans της σειράς.

-Η ταινία είναι ‘άχρονη και άτοπη’, με την έννοια ότι θα μπορούσε να είχε γυριστεί οπουδήποτε, ενώ περιέχει αντικείμενα που ανήκουν στο τώρα και παραπέμπουν στο τότε: από σύγχρονα κινητά και μοντέρνα αυτοκίνητα, μέχρι παλαιές τηλεοράσεις, οθόνες, κασέτες, αφίσες και παιδικές ζωγραφιές, vintage είδη, ντυσίματα λιγότερο ή περισσότερο ρετρό. Με τον τρόπο αυτόν, είναι πιο εύκολο για τον θεατή να συνδεθεί με όσα σημεία και πράγματα του φαίνονται πιο οικεία.

Γιόλα Χριστούλα

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ