Σύνοψη: H Μαρία Άνχελες, μια 79χρονη Ισπανίδα που ζει ευτυχισμένη στην πόλη της, βλέπει τη ζωή της να απειλείται όταν η κόρη της έρχεται από τη Μαδρίτη για να πουλήσει το πολυαγαπημένο της σπίτι. Αρνούμενη να ξεριζωθεί, ξεκινά έναν αγώνα για να κρατήσει τη ζωή, τις αναμνήσεις και την αξιοπρέπειά της, ανακαλύπτοντας απροσδόκητα ξανά τον έρωτα και την επιθυμία.
Άποψη: Η Maryam Touzani επιμένει σε ιστορίες χαρακτήρων που αντιστέκονται στις πιέσεις του περιβάλλοντός τους, κι εδώ υπογράφει ένα φιλμ που επισημαίνει πως είναι άσχημη συγκυρία για το χάσμα γενεών διεθνώς.
Αναπόφευκτα λατρεύει την ηρωίδα που ενσαρκώνει η Carmen Maura (η ίδια σε μια ερμηνεία που είναι σαν μια ζεστή αγκαλιά την οποία κανείς δεν θα ήθελε να αφήσει), το πείσμα της, το πώς απολαμβάνει τη ζωή ακόμη κι εντός δύσκολων συνθηκών, την ευρηματικότητά της.

Ο τρόπος με τον οποίο τη σκιαγραφεί είναι αθόρυβα ριζοσπαστικός, τη στιγμή που στο σινεμά ακόμη επικρατεί το στερεότυπο του πάντοτε καλόβολου και πράου ηλικιωμένου, που φυσικά δεν γίνεται να είναι σεξουαλικά ενεργός γιατί δεν πρέπει να αισθανθεί αμήχανα ένα κομμάτι του κοινού που του έχουν μάθει διάφοροι εξωγενείς παράγοντες να σκέφτεται με “κουτάκια”. Και όλη η πορεία της έτσι όπως καταγράφεται στον φακό είναι μια μικρή εξέγερση σε όλα τα επίπεδα, ένα “δεν πάει άλλο” που τη βγάζει από μια μακροχρόνια στασιμότητα.
Πολλοί θα ερμηνεύσουν ως πεσιμιστική την κατάληξη της όλης διαδρομής, αλλά ουσιαστικά είναι μια άγραφη σελίδα, είναι μια αποτύπωση του σταδίου στο οποίο βρίσκεται τώρα η διαμάχη παγκοσμίως ανάμεσα στις ηλικίες που τώρα είναι ενεργές και στο επίκεντρο των σημαντικών εξελίξεων και σε αυτές που σταδιακά “αποστρατεύονται”.
Και από τη στιγμή που, είτε στην αληθινή ζωή είτε στην κινηματογραφική, πρόκειται για μια κατάσταση όπου δεν είναι δυνατόν να λήξει με “πατ”, η πρόθεση της Touzani είναι να αφουγκραστεί ο κάθε θεατής τα δίκια της εκάστοτε πλευράς, ακόμη και αν τελικά προβάλλεται πολύ περισσότερο για δραματουργικούς λόγους η σκοπιά της Maria Angeles σε σχέση με αυτή της κόρης της, και να αποφασίσει μέσα του για το ευκταίο φινάλε πριν έρθει το πραγματικό.

Το υπόβαθρο της σχέσης ανάμεσα στις δύο γυναίκες εσκεμμένα δεν είναι πάρα πολύ λεπτομερές, όμως υπάρχουν σκόρπια στοιχεία μέσα από ατάκες που, αν τα βάλει κανείς σε μια σειρά με προσοχή, μπορεί να δει τη μεγάλη εικόνα, που είναι αρκετά πιο σύνθετη από αυτό που φαίνεται.
Εν ολίγοις, η “Οδός Μάλαγα” είναι ένα πολύ αξιόλογο επόμενο βήμα από τη δημιουργό του μετά το εξαιρετικό “Μπλε Καφτάνι”, εξίσου γεμάτο με ευγενή συναισθήματα αλλά και με μια σειρά έμμεσων νοημάτων που θέλουν καλή επεξεργασία από τον οποιονδήποτε σινεφίλ.
Και λειτουργεί εξαιρετικά σαν ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια ευρωπαϊκού τύπου εκλέπτυνση και μια ανατολικού χαρακτήρα διαχυτικότητα, ανάμεσα στο λαϊκό και το σοφιστικέ, για ένα κράμα που όντως μπορεί να απευθυνθεί σε πολύ κόσμο, χωρίς ελιτισμό.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων