Σύνοψη: Μετά από τον θάνατο της συζύγου του, ο Βλαντ, πρίγκιπας της Βλαχίας, αποκυρήσσει τα θεία και μετατρέπεται σε βαμπίρ. Αιώνες μετά και αφού την έχει αναζητήσει παντού, συναντά ως κόμης Δράκουλας πλέον μια γυναίκα που είναι η μετενσάρκωση της αγαπημένης του στο Παρίσι του 19ου αιώνα.
Γνώμη: Ποιος εν έτει 2025 χρειάζεται μια ακόμη κινηματογραφική εκδοχή του “Δράκουλα”, του μνημειώδους μυθιστορήματος του Μπραμ Στόκερ;
Αν ρωτήσετε τον Λικ Μπεσόν, μάλλον θα σας πει: “όσοι και όσες δεν έχουν δει την μεταφορά του Φράνσις Φορντ Κόπολα από το μακρινό πλέον 1992”.
Γιατί αλλιώς πώς να εξηγηθεί το “Dracula: A Love Tale”, η δική του εκδοχή στον μύθο του απέθαντου κόμη που “διασχίζει αιώνες χρόνου” (if you know, you know) για να ξανασμίξει με τη λατρεμένη σύζυγο που στερήθηκε;

Προς θεού (και δαιμόνων), δεν θέλουμε να πούμε ότι επειδή ένα μυθιστόρημα έχει τύχει μιας επιτυχημένης μεταφοράς στο πανί δεν επιτρέπεται να αναμετρηθεί ποτέ ξανά άλλος σκηνοθέτης μαζί του!
Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ένα έργο-θεμέλιο της γοτθικής λογοτεχνικής παράδοσης και του είδους του τρόμου, το οποίο σίγουρα χωράει νέες αναγνώσεις, είτε με τραγελαφικά αποτελέσματα (βλέπε το “Renfield” του 2023) είτε με υπέρμετρες φιλοδοξίες που τελικά λυγίζουν κάτω από το βάρος τους (βλέπε το “Nosferatu” του 2024).
Τι έχει, όμως, να καταθέσει ο Γάλλος σκηνοθέτης του “Πέμπτου Στοιχείου” και του “Leon”; Δυστυχώς, τίποτα το καινούργιο, αν εξαιρέσει κανείς ότι οι βοηθοί του κόμη Δράκουλα στο κάστρο του είναι κάτι επιεικώς αισχρές CGI τερατόμορφες υδρορροές (τα γνωστά και ως gargoyles)...
Ο δικός του Δράκουλας, τον οποίο υποδύεται ικανοποιητικά ο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς (“Three Billboards Outside Ebbing, Missouri”) είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός χαρακτήρας, καταραμένος να ζει αιώνια χωρίς τη σύντροφο που έδινε νόημα στη ζωή του και ταγμένος σε μία και μοναδική αποστολή: να την ξανασυναντήσει στη μετενσαρκωμένη της μορφή.

Στο κυνήγι του βρίσκεται ένας Γερμανός ιερέας που έχει τη δική του αποστολή: να δώσει ένα τέλος στην αιώνια ύπαρξη του, όχι για να τον τιμωρήσει αλλά για να τον λυτρώσει.
Τον υποδύεται ο Κριστόφ Βαλτς (“Inglourious Basterds”), ο οποίος κυριολεκτικά βαριέται τη ζωή του και περιφέρεται κουρασμένος και οριακά απηυδισμένος από σκηνή σε σκηνή, σαν να αντανακλά τα συναισθήματα του θεατή.
Όσο ρομαντικές κι αν είναι λοιπόν οι προθέσεις του Μπεσόν, ο “Δράκουλάς” του δεν έχει να μας πει τίποτα καινούργιο, καθώς η απεικόνιση του αρχετυπικού βαμπίρ της ποπ κουλτούρας ως καταραμένης ψυχής “που από έρωτα εξέπεσε” μένει μόνο σε μια ιλλουστρασιόν επιφάνεια με την πομπώδη σκηνοθεσία και το ρηχό του σενάριο.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων