Θα το βρείτε: Netflix
Το “Ladies First” επιχειρεί να ντύσει μια ξεπερασμένη κωμική συνταγή με σύγχρονη πολιτική ευαισθησία, όμως πίσω από τη βιτρίνα της «ανατροπής ρόλων» κρύβεται μια ταινία που μοιάζει παγιδευμένη σε άλλες δεκαετίες. Η Θία Σάροκ σκηνοθετεί ένα φιλμ που θέλει να σατιρίσει τον σεξισμό, αλλά τελικά ανακυκλώνει τα ίδια κουρασμένα στερεότυπα που υποτίθεται ότι αποδομεί.
Παρότι διαθέτει ένα ικανό πρωταγωνιστικό δίδυμο και μια ιδέα με θεωρητικές δυνατότητες, το “Ladies First” δεν κατορθώνει ποτέ να μετατρέψει την κοινωνική του αλληγορία σε αληθινό κινηματογραφικό σχόλιο. Αντί για σάτιρα, μοιάζει περισσότερο με αμήχανο τηλεοπτικό σκετς που απλώς παρατάθηκε υπερβολικά. Θέλει απεγνωσμένα να μοιάζει αιχμηρό, επίκαιρο και προκλητικό. Στην πράξη, όμως, καταλήγει να θυμίζει μια ξεχασμένη χολιγουντιανή κωμωδία των αρχών του 2000 που βγήκε από χρονοκάψουλα και έφτασε κατά λάθος στο Netflix του 2026.
Η ιδέα ακούγεται έτοιμη για επιτυχία στο χαρτί: ένας σεξιστής άντρας ξυπνά σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες κατέχουν όλη την κοινωνική ισχύ και οι άντρες αντιμετωπίζονται σαν αντικείμενα. Είναι από εκείνες τις κεντρικές συλλήψεις που πιθανότατα έκαναν κάποιο στέλεχος πλατφόρμας να πει ενθουσιασμένο «αυτό γράφει μόνο του». Το πρόβλημα είναι πως η ταινία πράγματι μοιάζει σαν να γράφτηκε μόνη της — και μάλιστα βιαστικά.

Από τα πρώτα λεπτά, το “Ladies First” χτίζει τον κόσμο του με τη λεπτότητα βαριοπούλας. Οι γυναίκες διακόπτουν άντρες στις συσκέψεις, σχολιάζουν τα σώματά τους, τους αγνοούν επαγγελματικά, τους αντιμετωπίζουν σαν διακοσμητικά αξεσουάρ. Ναι, το καταλάβαμε. Και η ταινία φροντίζει να το ξανακαταλάβουμε κάθε πέντε λεπτά.Το χιούμορ εξαντλείται σχεδόν αμέσως επειδή βασίζεται αποκλειστικά στην αντιστροφή γνωστών συμπεριφορών. «Τι θα γινόταν αν οι άντρες άκουγαν σεξιστικά σχόλια;». «Τι θα γινόταν αν οι γυναίκες ήταν οι αλαζόνες διευθύντριες;». «Τι θα γινόταν αν λέγαμε “δραματικός βασιλιάς” αντί για “δραματική βασίλισσα”;». Η ταινία επαναλαμβάνει το ίδιο αστείο τόσες φορές που αρχίζει να μοιάζει με εταιρικό σεμινάριο ευαισθητοποίησης που κάποιος αποφάσισε να γυρίσει σε ταινία.
Ο Σάσα Μπάρον Κοέν είναι ίσως η πιο παράξενη επιλογή για πρωταγωνιστής. Δεν διαθέτει ούτε τη γυαλιστερή αυτοπεποίθηση που χρειάζεται ο χαρακτήρας στην αρχή ούτε τη συναισθηματική ζεστασιά που απαιτεί η σταδιακή «μεταμόρφωσή» του. Δείχνει συνεχώς άβολα τοποθετημένος μέσα στην ταινία: η κωμική του ενέργεια, που συνήθως λειτουργεί μέσα από το χάος και την πρόκληση, εδώ μοιάζει περιορισμένη μέσα σε έναν μηχανισμό υπερβολικά ελεγχόμενο.
Η Ρόζαμουντ Πάικ, τουλάχιστον, ξέρει ακριβώς τι είδους έργο υπηρετεί. Διαθέτει την απαιτούμενη κομψότητα και ψυχρότητα για να υπηρετήσει το ύφος της ταινίας, όμως ακόμη κι εκείνη φαίνεται εγκλωβισμένη σε έναν χαρακτήρα που δεν εξελίσσεται ποτέ πραγματικά. Της ζητείται απλά να συμβολίσει την εξουσία.

tο “Ladies First” δεν εμπιστεύεται ποτέ το κοινό του. Δεν αφήνει ούτε μία ιδέα να λειτουργήσει υπόγεια. Όλα εξηγούνται, επαναλαμβάνονται και υπογραμμίζονται ξανά και ξανά. Η ταινία δεν κάνει σάτιρα· δείχνει επίμονα με το δάχτυλο τι θεωρεί προβληματικό και μετά περιμένει χειροκρότημα. Ακόμη χειρότερα, η ίδια η εικόνα του κόσμου που παρουσιάζει είναι απίστευτα ξεπερασμένη. Η ταινία φέρεται σαν η ύπαρξη γυναίκας διευθύντριας να αποτελεί ακόμη κοινωνικό σοκ. Όλα μοιάζουν κατασκευασμένα από ανθρώπους που έχουν πιο πολύ επαφή με παλιές ρομαντικές κωμωδίες παρά με την πραγματικότητα του 2026.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι η ταινία καταλήγει να γίνεται ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι σατιρίζει: επιφανειακή, αυτάρεσκη και εγκλωβισμένη σε στερεότυπα. Αντί να εξερευνήσει πραγματικά πώς λειτουργεί η εξουσία ανάμεσα στα φύλα, αρκείται σε μια παιδική ανταλλαγή ρόλων.
Το “Ladies First” θα ξεχαστεί γρήγορα επειδή είναι εντυπωσιακά ξεπερασμένο. Μια ταινία που νομίζει ότι κάνει κοινωνική σάτιρα ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνει κινηματογραφικές φόρμες που είχαν ήδη κουράσει πριν από είκοσι χρόνια.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων