Βerlinale 26: To ΜΟVE IT γράφει για διαμαντάκια - Mέρος 4ο
Η ομάδα του MOVE IT (το ελληνικό μέσο με τους πολυπληθέστερους διαπιστευμένους κριτικούς στο φεστιβάλ της γερμανικής πρωτέυουσας) ξημεροβραδιάζεται στα σκοτάδια των κινηματογραφικών αιθουσών της Berlinale και παρακολουθούμε όσο το δυνατόν περισσότερες γίνεται, αντέχουμε και μπορούμε.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Aλλά αυτός είναι ο σκοπός που επισκεπτόμαστε το Φεστιβάλ του Βερολίνου 16 χρόνια σερί: Να σκιαγραφούμε νέες, φρέσκιες ή ΄όχι και τόσο πάντα" κινηματογραφικές τάσεις, να ανακαλύπτουμε σινεφιλικά διαμαντάκια. Να σου γράφουμε γνώμες για ταινίες που σίγουρα δεν θα διαβάσεις αλλού. Mε αυτό το post ολοκληρώνουμε τα reviews μας από το 76ο Φεστιβάλ Βερολίνου. Φέτος γράψαμε για 41 ταινίες συνολικά. Παρακάτω θα διαβάσεις για το "Sleep no more" του Ινδονήσιου Έντουιν και το "Saccharine" της Νάταλι Έρικα Τζέιμς από την Αυστραλία.
Saccharine
Η ιστορία ακολουθεί τη Χάνα (Μιντόρι Φράνσις), φοιτήτρια ιατρικής που παλεύει με την εικόνα του σώματός της και την αδυναμία να χάσει βάρος. Όταν μια παλιά συμμαθήτριά της εμφανίζεται αγνώριστη μετά από εντυπωσιακή απώλεια κιλών, η Χάνα μπλέκει με μια πειραματική φόρμουλα «θαυματουργού» χαπιού. Το αποτέλεσμα: τα κιλά πέφτουν — και μαζί τους η ψυχική της σταθερότητα. Η Ναταλί Έρικα Τζέιμς επιστρέφει μετά το Relic με ένα body horror γύρω από τη βουλιμία, την αυτοεικόνα και ένα «θαυματουργό» χάπι αδυνατίσματος με μεταφυσικές παρενέργειες. Το Saccharine έχει φιλοδοξίες, θεματικό βάθος και μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα — αλλά σπάνια βρίσκει τον ρυθμό ή το θάρρος να τις υποστηρίξει. Η Τζέιμς στήνει από νωρίς τη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση τροφής και τη διαμόρφωση της σωματικής ταυτότητας.
Η ιδέα έχει δυναμική. Η Μπέρθα — άλλοτε πτώμα στο εργαστήριο ανατομίας, άλλοτε φασματική παρουσία σε κυρτές επιφάνειες — θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σωματοποιημένη ενοχή, ως εσωτερικευμένη ντροπή. Όμως το σενάριο καθυστερεί υπερβολικά να δώσει δραματουργικό βάρος στην απειλή. Για μεγάλο μέρος των 112 λεπτών, η ταινία αιωρείται ανάμεσα σε ψυχολογικό δράμα και μεταφυσικό θρίλερ, χωρίς να επιλέγει ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Η Φράνσις δίνει μια ειλικρινή, ευάλωτη ερμηνεία, αλλά τα προσθετικά που «παχαίνουν» το πρόσωπό της συχνά λειτουργούν εις βάρος της. Η υπερμεγέθης γνάθος περιορίζει τις εκφράσεις της, δημιουργώντας μια αθέλητη αίσθηση αμηχανίας. Είναι ένα από τα σημεία όπου οι περιορισμοί της ανεξάρτητης παραγωγής γίνονται εμφανείς.
Η ταινία αγγίζει και σύγχρονες ανησυχίες — από τη λατρεία των φαρμάκων απώλειας βάρους τύπου Ozempic μέχρι την κουλτούρα του «διορθώνω τον εαυτό μου». Ο ρυθμός όμως παραμένει υποτονικός, με ελάχιστες πραγματικά τρομακτικές στιγμές. Το Saccharine δεν είναι αρκετά ακραίο για να σοκάρει, ούτε αρκετά σατιρικό για να διασκεδάσει. Ακόμη και οι πιο δυνητικά αποκρουστικές εικόνες κινηματογραφούνται με μια παράξενη διστακτικότητα. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερο αμήχανο παρά ανησυχητικό.
Υπάρχουν, ωστόσο, σποραδικές στιγμές όπου η ταινία αποκτά ενέργεια — κυρίως στο τελευταίο μέρος, όταν το ύφος γέρνει προς μια ελαφρώς αυτοσαρκαστική υπερβολή. Εκεί, για λίγο, φαίνεται τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν η Τζέιμς είχε αγκαλιάσει πλήρως το γκροτέσκο στοιχείο. Η υβριδική φύση της ταινίας την αφήνει σε μια γκρίζα ζώνη: πολύ σοβαρή για camp απόλαυση, πολύ συγκρατημένη για να σοκάρει (4/10).

Sleep no more
Με το Sleep No More, ο Ινδονήσιος σκηνοθέτης Έντουιν μετατρέπει ένα παρακμασμένο εργοστάσιο περουκών σε σκηνικό υπερφυσικού τρόμου και καπιταλιστικής κριτικής. Η ταινία του συνδυάζει σκοτεινό χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο σε ένα φιλμ που θέλει να τρομάξει — και να προκαλέσει σκέψη.
Η υπόθεση ακολουθεί τρία αδέλφια που ερευνούν τον θάνατο της μητέρας τους σε ένα εργοστάσιο όπου η ιδιοκτήτρια Μαριάτι επιβάλλει εξαντλητικές βάρδιες και εξωφρενικούς στόχους παραγωγικότητας. Η Πούτρι πιστεύει ότι η μητέρα τους αυτοκτόνησε λόγω των απάνθρωπων συνθηκών. Η Ίντα υποψιάζεται υπερφυσική κατοχή που προκλήθηκε από την ακραία εξάντληση. Ο μικρότερος αδελφός, Μπόνα, με μια παράξενη θεραπευτική ικανότητα, γίνεται στόχος μιας οντότητας που αναζητά «το ιδανικό σώμα».
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στον υπερφυσικό τρόμο και την κοινωνική αλληγορία. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης βλέπει συγγένεια ανάμεσα στον τρόμο και την κωμωδία: «Το να χτίζεις τον τρόμο και το να χτίζεις την κωμωδία είναι σχεδόν παρόμοιο, και λειτουργεί πολύ καλά στο να εκφράζεις κριτικές, να εκφράζεις θυμό». Αυτή η μίξη δίνει στην ταινία μια ιδιότυπη ενέργεια, αν και σε ορισμένα σημεία η τονική ισορροπία δοκιμάζεται.
Η απώλειά του ύπνου μετατρέπεται σε κινηματογραφική χειρονομία: το βλέμμα κουράζεται, το κάδρο σκοτεινιάζει, η αφήγηση αποκτά μια σχεδόν υπνωτική αστάθεια. Για το κοινό που αναζητά τρόμο με ουσία, προσφέρει ιδέες και ατμόσφαιρα. Για όσους θέλουν καθαρόαιμο jump-scare σινεμά, ίσως φανεί πιο στοχαστικό απ’ όσο περιμένουν.
Σε κάθε περίπτωση, ο Έντουιν καταφέρνει να μετατρέψει την αϋπνία σε κινηματογραφικό εφιάλτη με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα (6/10).













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων