Βerlinale 26: To ΜΟVE IT γράφει για διαμαντάκια - Mέρος 3ο
Ταινίες, ταινίες, ταινίες, πολλές, αμέτρητες στο Φεστιβάλ Βερολίνου, δε γίνεται να τις δεις όλες.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Aλλά αυτός είναι ο σκοπός που επισκεπτόμαστε το Φεστιβάλ του Βερολίνου 16 χρόνια σερί: Να σκιαγραφούμε νέες, φρέσκιες ή ΄όχι και τόσο πάντα" κινηματογραφικές τάσεις, να ανακαλύπτουμε σινεφιλικά διαμαντάκια. Να σου γράφουμε γνώμες για ταινίες που σίγουρα δεν θα διαβάσεις αλλού.
Συνεχίζουμε τις ανταποκρίσεις μας από Berlinale με "The day she returns" του Νοτιοκορεάτη Χονγκ Σανγκ Σο από το Panorama, "No salgas" της Βιτόρια Λινάρες Βιλέγκας από τη Δομηνικανή Δημοκρατία και το τμήμα Generation και "Ghost in the cell" του Ινδονήσιου Τζόκο Ανγουάρ από το Forum. Ειδικά το τελευταίο το βλέπουμε φθινόπωρο για ελληνικό φεστιβάλ
Νο salgas
Με το No Salgas (Don’t Come Out), η Βιτόρια Λινάρες Βιλέγκας επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον τρόμο μέσα από το πρίσμα μιας queer γενιάς που κουβαλά ενοχή, πένθος και εντάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που ξεκινά σαν καλοκαιρινό δράμα παρέας και καταλήγει σε ψυχολογικό εφιάλτη. Δεν πετυχαίνει πάντα την ισορροπία, αλλά διαθέτει σαφές όραμα και νεύρο.
Η ιστορία ακολουθεί τη Λιζ (Σεσίλ Βαν Βέλιε), φοιτήτρια ιατρικής στη Δομινικανή Δημοκρατία, η οποία συμμετέχει σε ένα road trip με τον σύντροφό της και φίλους λίγο μετά τον βίαιο θάνατο της πρώην κοπέλας της. Από νωρίς, η ατμόσφαιρα κουβαλά ένα βάρος που δεν εκφράζεται ανοιχτά. Οι υπερφυσικοί μηχανισμοί παραμένουν σκόπιμα ασαφείς· όμως οι υπαινιγμοί είναι ξεκάθαροι: το «τέρας» δεν βρίσκεται κάπου έξω, αλλά μέσα στις δυναμικές της παρέας, στις οικογενειακές προσδοκίες, στη σιωπή.
Η Λινάρες Βιγιέγκας χτίζει το πρώτο μισό με απροσδόκητη φωτεινότητα. Οι σκηνές στις παραλίες και στις πισίνες λούζονται σε φυσικό φως, τα πάρτι πάλλονται με νέον και νεανική ενέργεια, θυμίζοντας έντονα το Spring Breakers. Για μεγάλο διάστημα, τίποτα δεν «φωνάζει» τρόμος. Αυτό λειτουργεί υπέρ της ταινίας: όταν το παράξενο κάνει την εμφάνισή του, το σοκ είναι πιο απότομο, επειδή προκύπτει μέσα από έναν κόσμο που έμοιαζε απόλυτα ρεαλιστικός. Η σκηνοθεσία δείχνει αυτοπεποίθηση σε επιμέρους στιγμές, αν και η ταινία δεν αποφεύγει τα κλισέ. Η συχνή χρήση κόκκινου φωτισμού παραπέμπει σε γνώριμα horror μοτίβα, ενώ ορισμένα εσωτερικά σκηνικά υιοθετούν μια τυπική «στοιχειωμένη» αισθητική που έρχεται σε αντίθεση με τη φρεσκάδα των εξωτερικών χώρων. Εκεί, το φιλμ μοιάζει να διστάζει ανάμεσα στην καλλιτεχνική φιλοδοξία και στη συμβατικότητα του είδους.
Αφηγηματικά, το No Salgas (Don’t Come Out) επιχειρεί πολλά. Υποπλοκές, συμβολισμοί και θεματικά τόξα συσσωρεύονται, με αποτέλεσμα η ιστορία να χάνει ενίοτε τη συνοχή της. Ωστόσο, η θεματική στόχευση είναι καθαρή: όπως στο It Follows, η απειλή λειτουργεί ως μεταφορά για κάτι βαθύτερο και πιο διαβρωτικό. Εδώ, αυτό το «κάτι» αφορά την καταπίεση, την εσωτερικευμένη ενοχή και το τραύμα που κυκλοφορεί μέσα σε μια κοινότητα. Το φιλμ απευθύνεται κυρίως σε κοινό που αναζητά queer αναγνώσεις του τρόμου και ενδιαφέρεται για πιο ατμοσφαιρικές, αλληγορικές προσεγγίσεις. Ένα άνισο, αλλά τολμηρό φιλμ (6/10). Απόστολος Κίτσος

The Day She Returns
Αφού παντρεύτηκε, εγκατέλειψε την υποκριτική. Στη συνέχεια, αφού χώρισε, ξαναξεκίνησε και πρωταγωνίστησε σε μια ανεξάρτητη ταινία. Τώρα, η ταινία πρόκειται να κυκλοφορήσει και δίνει συνεντεύξεις για να την υποστηρίξει. Δίνει τρεις συνεντεύξεις σε διαστήματα 30 λεπτών και προσπαθεί να απαντήσει σε κάθε ερώτηση όσο καλύτερα μπορεί. Αργότερα την ίδια μέρα, ο καθηγητής υποκριτικής της τής ζητά να αναπαραστήσει τις συνεντεύξεις που είχε δώσει νωρίτερα.
Παλιός γνώριμος της Μπερλινάλε καθώς κάθε χρόνο έρχεται με ταινία του, ο Nοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Χονγκ Σανγκσού επιστρέφει στην μανιέρα που τον έκανε διάσημο χωρίς να ξαφνιάζει και χωρίς να απογοητεύει σε μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές του των τελευταίων χρόνων. Στο Βερολίνο έχουμε συνηθίσει να πηγαίνουμε σε ηθοποιούς για συνεντεύξεις και εκείνοι να περιμένουν τον έναν μετά τον άλλον δημοσιογράφο. Ο σκηνοθέτης μας μεταφέρει σε αυτό το κλίμα με μια διάσημη ηθοποιό που κάνει το comeback της, όσο συναντιέται με τρεις γυναίκες δημοσιογράφους που της παίρνουν συνέντευξη σε ένα γερμανικό μαγαζί ενός που είχε κάποτε αντίστοιχο στο Βερολίνο και έτσι ξέρει από γερμανική μπύρα και λουκάνικα, κλείνοντας το μάτι στην γερμανική πρωτεύουσα που τόσο τον έχει τιμήσει, όσο κανένα άλλο ευρωπαϊκό φεστιβάλ.
Μινιμαλιστικό, με ασπρόμαυρη φωτογραφία και λιτούς διαλόγους, απολύτως φυσικούς, μας μεταφέρει στον κόσμο του σινεμά, σε αυτήν την ετεροτοπία, την οποία ο ίδιος την βλέπει ως προέκταση της ζωής και ως τέτοια λειτουργούν οι ταινίες του. Μικρά στιγμιότυπα καθημερινότητας που κάποιος διακριτικά έχει κινηματογραφήσει. Στο The Day She Returns, όπως και στο Novelist’s Film, έχει το meta στοιχείο της κινηματογραφικής αυτοαναφορικότητας, με ένα τέλος που αναμετριέται με την ίδια την ουσία της τέχνης, την έννοια της αναπαράστασης, με την ηθοποιό να επαναλαμβάνει πλέον ως σενάριο τα όσα αβίαστα και φυσικά της βγήκαν κατά την συνέντευξη, μιλώντας για την καριέρα της, τον χωρισμό της, την κόρη της. Όμως, όπως λέει και η ηρωίδα, «όταν βλέπουμε τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, τότε θα ζήσουμε πραγματική ειρήνη» (6/10). Παύλος Γκουγιάνος

Ghost in the cell
Η ιστορία τοποθετείται σε μια φυλακή όπου ο Ανγκόρο μετρά επτά μήνες μέχρι την αποφυλάκισή του. Η καθημερινότητά του είναι ήδη δύσκολη, καθώς δεν καταφέρνει να αποφύγει τις συγκρούσεις. Η άφιξη πρώην δημοσιογράφου καταδικασμένου για τη δολοφονία του αρχισυντάκτη του, αναστατώνει τις ισορροπίες. Όταν ο συγκρατούμενός του βρίσκεται δολοφονημένος, ο Ντίμας γίνεται ο βασικός ύποπτος — παρά το γεγονός ότι δεν βρισκόταν καν κοντά στη σκηνή του εγκλήματος. Σύντομα, τα πτώματα αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και οι φήμες για ένα φάντασμα που σκοτώνει όσους έχουν «αρνητική αύρα» εξαπλώνονται.
Με το Ghost in the Cell (2026), ο Τζόκο Ανουάρ παραδίδει ένα φιλμ που συνδυάζει τρόμο, δράση και καυστικό χιούμορ μέσα στα τείχη μιας φυλακής υψίστης ασφαλείας. Το αποτέλεσμα είναι αιματηρό, διασκεδαστικό και ταυτόχρονα σαφώς πολιτικοποιημένο. O ρυθμός της ταινίας είναι σταθερά δυναμικός. Οι σκηνές δράσης είναι καλοσχεδιασμένες και σωματικές, με τον πρωταγωνιστή Αμπιμάνα Αριασατιά να αποδεικνύει ότι μπορεί να περάσει από σκληρές συμπλοκές σε κωμικές στιγμές χωρίς να χάνει την αξιοπιστία του. Σε μία από τις πιο απολαυστικές σκηνές, μια βίαιη αναμέτρηση μετατρέπεται αιφνιδιαστικά σε χορευτική μονομαχία — μια χαρακτηριστική στιγμή που συνοψίζει την ιδιοσυγκρασία του φιλμ.
Σε επίπεδο παραγωγής, η φυλακή αποδίδεται ως κλειστοφοβικός, ιεραρχημένος κόσμος με σαφείς φατρίες και δομές εξουσίας. Ο Ανουάρ αφιερώνει χρόνο στο να χαρτογραφήσει τις σχέσεις και τις συμμαχίες, κάτι που ενισχύει την αίσθηση ότι το υπερφυσικό στοιχείο λειτουργεί ως καταλύτης και όχι ως αυτόνομη απειλή.
Θεματικά, το Ghost in the Cell δεν κρύβει τις προθέσεις του. Η ιδέα ότι οι χαρακτήρες προτιμούν να αντιμετωπίσουν ένα «φάντασμα» αντί να αναγνωρίσουν τη διαφθορά και τη βία που τους περιβάλλει, αποτελεί σαφές σχόλιο για την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο Ανουάρ συνδυάζει τη σάτιρα με το σπλάτερ χωρίς να χάνει τον έλεγχο του τόνου. H ταινία του είναι αιματηρή, γρήγορη και συχνά αστεία, αλλά και αρκετά αιχμηρή ώστε να μην εξαντλείται σε απλή ψυχαγωγία. Προσφέρει ένταση και θέαμα, χωρίς να θυσιάζει το σχόλιο πάνω στη διαφθορά και τη συλλογική ευθύνη — έναν συνδυασμό που σπάνια επιτυγχάνεται με τέτοια αυτοπεποίθηση (6,5/10). Απόστολος Κίτσος.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων