Βerlinale 26: To ΜΟVE IT γράφει για διαμαντάκια - Mέρος 1ο
Η ομάδα του MOVE IT (το ελληνικό μέσο με τους πολυπληθέστερους διαπιστευμένους κριτικούς στο φεστιβάλ της γερμανικής πρωτέυουσας) ξημεροβραδιάζεται στα σκοτάδια των κινηματογραφικών αιθουσών της Berlinale και παρακολουθούμε όσο το δυνατόν περισσότερες γίνεται, αντέχουμε και μπορούμε. Και γράφουμε κριτικές που προφανώς θα διαβάσετε μόνο εδώ. Και μέσα σε αυτές, σταθερά ανακαλύπτουμε κάποια διαμαντάκια σε κάθε διοργάνωση που θα μας απασχολήσουν τους προσεχείς μήνες και ελπίζουμε να πάρουν διανομή, ή έστω να προβληθούν σε κάποια ελληνικά φεστιβάλ.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Σας γράφουμε για δύο ταινίες από το Πανόραμα, το Narciso του Μαρτσέλο Μαρτινέζι και το Only Rebels Win της Νατνιέλ Αρμπίντ
Narciso
Σύνοψη: Στην Παραγουάη του 1950, λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας, ο νεαρός, γεμάτος ζωή Narciso προκαλεί το καθεστώς χορεύοντας και τραγουδώντας το rock ‘n’ roll, και ξυπνώντας τον θαυμασμό και τον έρωτα σε γυναίκες και άντρες.
Άποψη: Από τη μία ένα νέο, ασυμβίβαστο είδος μουσικής, που στο μυαλό κάθε συντηρητικού αποτελεί απειλή για κάθε τι εξαίσιο και θείο, από την άλλη μια χώρα που βυθίζεται όλο και περισσότερο στην καταπίεση, την ανέχεια, τη διαφθορά. Η εξίσωση, γνωστή. Τα αποτελέσματα, τραγικά - πάντα.
Η ταινία Narciso του Marcelo Martinessi (δεύτερη μεγάλου μήκους για τον σκηνοθέτη από την Παραγουάη) αφηγείται την ιστορία του ερωτικού Narciso, ερωτευμένο με τη ζωή και το rock ‘n’ roll, και μέσα από αυτήν εξιστορεί ταυτόχρονα κάθε περίπτωση συντηρητισμού, ολοκληρωτισμού, ανελευθερίας και καταστροφής. Στηρίζει την αφήγηση σε δύο κεντρικούς άξονες, αυτόν της εισόδου της ξένης μουσικής (και την άνοδο της δημοφιλίας της) στη χώρα, και αυτόν της όλο και ταχύτερης πορείας της χώρας προς ένα δικτατορικό καθεστώς. Με αυτόν τον τρόπο κάνει έναν γνωστό, μα καίριο παραλληλισμό - όταν μορφές τέχνης, μορφές ελεύθερης έκφρασης και ανθρώπινες συμπεριφορές παρουσιάζονται ως δαιμονικές και απειλητικές για τα χρηστά ήθη και έθιμα, το πατριωτικό αίσθημα και την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων, τότε η κοινωνία έχει πάρει έναν πολύ επικίνδυνο δρόμο.
Ανεξάρτητα, όμως, από το ηθικό βάρος του Narciso, έχουμε εδώ να παρατηρήσουμε πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως τα ραδιοφωνικά σόου που πραγματοποιούνταν παρουσία κοινού, την κατάβαση στη σκοτεινή (ερωτική και επικίνδυνη) νύχτα της Παραγουάης, και τη (θεμελιώδη για το μυστηριακό ύφος της ταινίας) ζωντανή ραδιοφωνική μετάδοση σε συνέχειες του “Δράκουλα” - με τα ηχητικά εφέ του να δεσπόζουν, φέρνοντας στη μνήμη κάτι από David Lynch και ορίζοντας τον τόνο και το συναίσθημα. Μα παρά τα θετικά της, στα οποία προστίθενται οι ερμηνείες των Diro Romero (Narciso), Manuel Cuenca (Lulu), Mona Martinez (Nenucha), το ατμοσφαιρικό μοντάζ και το επείγον του θέματός της, η ταινία Narciso αποτυγχάνει να απογειωθεί. Μας εισάγει, όμως, στο σύμπαν ενός υποσχόμενου σκηνοθέτη, προσφέροντάς τη δυνατότητα να εξετάσουμε το παρόν μέσα από τον (πάντα πιο καθαρό) φακό του παρελθόντος (6,5/10). Ερμίνα Δημητρίου.

Οnly rebels win
Σύνοψη: Η Σουζάνε, μια χήρα παλαιστινιακής καταγωγής που μένει στη Βυρητό, γνωρίζει τον Οσμάν, νεαρό μετανάστη από το Σουδάν, την ώρα που εκείνος δέχεται μια ρατσιστική επίθεση. Οι δυο τους ερωτεύονται, παρά τα 40 χρόνια που τους χωρίζουν, και ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή. Όμως, οι προκαταλήψεις των γύρω τους δεν τους αφήνουν να χαρούν την ευτυχία τους.
Γνώμη: Η Γαλλο-λιβανέζα Ντανιέλ Αρμπίντ (“A Simple Passion”) μας πληροφορεί στην πρώτη σκηνή του “Only Rebel Wins”, της τελευταίας της ταινίας που προβλήθηκε στην ενότητα Panorama της 76ης Berlinale, ότι λόγω των βομβαρδισμών του Λιβάνου από το Ισραήλ, τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε στούντιο στο Παρίσι. Εκεί, λοιπόν, έχτισε μια μικρογραφία της Βυρηττού, μιας πόλης που έχει ταλαιπωρηθεί όσο λίγες τα τελευταία χρόνια, όπου ζει η πρωταγωνίστριά της, μια 60χρονη μοναχική χήρα (Χιάμ Αμπάς) που ερωτεύεται έναν 20χρονο Σουδανέζο μετανάστη (Αμίν Μπενραχίντ), προκαλώντας αντιδράσεις που κυμαίνονται από την έκπληξη μέχρι την περιφρόνηση στον περίγυρό της.
Αυτό το ρομάντζο, που φέρνει θεματικά στο νου το “Ο Φόβος Τρώει τα Σωθικά” του Φασμπίντερ χωρίς να φτάνει το μεγαλείο του βέβαια, είναι ένα τρυφερό γράμμα αγάπης προς τους μοναχικούς και κατατρεγμένους αυτού του κόσμου, αλλά και στον Λίβανο, μια χώρα που δεν έχει ανακάμψει ακόμα από τον εμφύλιο πόλεμο και όπου ο ρατσισμός και ο μισογυνισμός πάνε χέρι-χέρι. Η διάχυτη μελαγχολία που αποπνέει το “Only Rebels Win” αγγίζει το μελό σε σημεία, αλλά η Χιάμ Αμπάς (που οι περισσότεροι μάθαμε από το “Succession” αλλά αποτελεί θρύλο του σινεμά της Μέσης Ανατολής) στον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι εξαιρετική και κουβαλάει στο βλέμμα της όλη την απογοήτευση μιας γυναίκας που έζησε μια ζωή που δεν ήθελε και όταν της δόθηκε η ευκαιρία να αγαπήσει και να αγαπηθεί, η κοινωνία θεώρησε ότι δεν ήταν μόνο πολύ αργά αλλά ότι ήταν και σφάλμα. Αν ο χαρακτήρας του Ουσμάν, του Σουδανέζου που ερωτεύεται, ήταν πιο ολοκληρωμένος τότε ίσως το “Only Rebels Win” να άφηνε μια πιο δυνατή εντύπωση, αλλά είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στο είδος των “May-December” romances, φτιαγμένο με αγάπη για τους ήρωές του αλλά και για τη χώρα που τους απαγορεύει να ζήσουν έρωτά τους (6/10). Xρυσαυγή Πατσάκη













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων