Broadway 2022

Berlinale 15-Βιμ Βέντερς: "Το 3D υποχρεώνει τον ηθοποιό να υπάρχει και όχι να παίζει"

Published: 15 Feb 2015, 15:20
Συντάκτης:

O Βιμ Βέντερς ήταν το τιμώμενο πρόσωπο στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου. Όχι μόνο για την συμμετοχή του με το φιλμ "Everything will be fine", αλλά και πολύ περισσότερο για την απονομή τιμητικού βραβείου για την συνεισφορά στο γερμανικό και το παγκόσμιο σινεμά με τις υπέροχες ταινίες του. Ο 70χρονος δημιουργός μιλά για τη νέα του ταινία και την ενασχόλησή του με το 3D, μεταξύ άλλων.

Όταν είπατε στον τωρινό σεναριογράφο της ταινίας Bjørn Olaf Johannessen στο Sundance κάποια χρόνια πριν ότι θα έπρεπε να σας στείλει το επόμενό του σενάριο, πιθανώς το θεωρήσατε περισσότερο σα να προσφέρετε βοήθεια στους νέους κινηματογραφιστές, όπως συχνά κάνετε. Είναι αυτό αλήθεια;

-Ναι, σωστά. Δεν περίμενα ότι θα γράψει κάτι για μένα. Το σενάριό του που βραβεύτηκε τότε και έπειτα έγινε φιλμ  λεγόταν  “Nowhere Man”, ένας καλός τίτλος για να ξεκινήσει κανείς και από όλα τα σενάρια που είχα διαβάσει τότε ήταν το καλύτερο. Γι αυτό του είπα: “Στείλε μου το καινούριο σενάριό σου!”. Τρία χρόνια αργότερα το είχα σχεδόν ξεχάσει, όταν έλαβα ένα σενάριο στο ταχυδρομείο μου. Μου άρεσε το προσχέδιο του “Every Thing Will Be Fine” τόσο πολύ που αμέσως το έδωσα στον παραγωγό μου Gian-Piero Ringel και αποφασίσαμε από κοινού να το υλοποιήσουμε.

Τι σας έκανε αίσθηση την πρώτη φορά που διαβάσατε το σενάριο;

-Ήταν το θέμα της “ενόχής”, αν και δεν ήταν τόσο πολύ για το αν ο άντρας είναι ένοχος ή όχι για ό,τι συνδέεται με το ατύχημα, αλλά την ενοχή που συναντάς σε κάθε δημιουργική δραστηριότητα, αλλά κυρίως ως συγγραφέας ή κινηματογραφιστής, χρησιμοποιώντας ή εκμεταλλευόμενος την αληθινή ζωή. Σου επιτρέπεται να χρησιμοποιείς για τη δουλειά σου την εμπειρία ή τον πόνο των άλλων, μετατρέποντάς στο σε ένα έργο τέχνης, μία ιστορία ή ένα φιλμ; Επιτρέπεται να μπαίνουν οι ιστορίες τους στη μυθοπλασία σου; Στην ταινία μας, η τραυματική εμπειρία ενός ατυχήματος οδηγεί στον Τόμας να γίνει, τελικά, καλύτερος συγγραφέας. Αυτό το γεγονός τον προχώρησε ως προς την προσωπική του ανάπτυξη και εκείνος το χρησιμοποίησε για τη δουλειά του.

Τι ευθύνη έχουμε όταν οικειοποιούμαστε τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων με έναν τέτοιο τρόπο;

Αυτή η ερώτηση σπάνια τίθεται στις ταινίες και όταν κάνεις ταινίες, παρά το ότι είναι τόσο βασική. Τι ποσοστό ευθύνης μας αναλογεί; Όχι μόνο άμεση, όπως όταν προκαλούμε ένα ατύχημα ως οδηγοί, αλλά επίσης και μετά από αυτό, αργότερα: Ποια είναι η σχέση μεταξύ ξένων που έχουν συνδεθεί με ένα τραυματικό γεγονός; Σε τι έκταση αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να επιδρούν ο ένας στον άλλον ακόμα και σε ένα μεταγενέστερο σημείο στις ζωές τους; Αυτά είναι καθολικά ερωτήματα που δεν σχετίζονται μόνο με το συγγραφέα Tomas αλλά με όλους μας. Πόσο υπεύθυνα τα διαχειριζόμαστε;

Αυτές οι σκέψεις σχετίζονται από μία περίπτωση που έχετε σχετική συγκεκριμένη εμπειρία με κάποια από τις ταινίες σας;

Στην πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει με κάθε ταινία, με κάθε τι που γράφεις. Δεν μπορείς να επεξεργάζεσαι μόνο τις δικές σου εμπειρίες, υπάρχουν πάντα παρατηρήσεις από φίλους, συγγενείς ή γνωστούς. Το   “Until The End of The World” άρχισε με τη τυφλή θεία μου που ενέπνευσε το χαρακτήρα της Jeanne Moreau. Από παιδί με απασχολούσε η ιδέα: Πώς είναι να είσαι τυφλός; Ή στο “Lightning Over Water”. Εδώ, το συγκεκριμένο ερώτημα ήταν κατά πόσο σου επιτρέπεται να κάνεις ένα φιλμ για το κατά πόσο επιτρέπεται να κάνει κανείς ένα φιλμ για τον επώδυνο θάνατο κάποιου άλλου. Πού και πότε πρέπει να σταματήσει; Πόσο μακριά πρέπει να φτάσει; Παρά το ότι ο Nicholas Ray που πέθαινε από καρκίνο επέμενε να είναι μέρος του, υπήρχε δυσκολία για μένα κάθε μέρα: μου επιτρέπεται να το μετατρέψω όλο αυτό σε μυθοπλασία; Κάθε πλάνο σε μία ταινία είναι επίσης πάντα μυθοπλασία-δε νομίζω ότι υπάρχει φιλμ που ως δημιουργός δεν σκιαγραφείς τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τους ηθοποιούς οι οποίες συχνά πρέπει να ανασύρουν εμπειρίες άλλων για να γίνουν πιστευτοί ως προς τον τρόπο που εσωτερικεύουν και απεικονίζουν κάτι. Το ερώτημα σχετικά με την ευθύνη είναι ιδιαίτερα έντονο όταν κάνεις μία ταινία με παιδιά, των οποίων οι ζωές γίνονται άνω κάτω εξ’ αιτίας των γυρισμάτων. Είναι πολύ πιο δύσκολο για αυτούς απ’ ο,τι για τους ενήλικες ηθοποιούς να επιστρέψουν στις ζωές τους, που πολλές φορές δεν είναι τόσο ενδιαφέρουσες όσο η ζωή με το υποκατάστατο οικογένειας που αποτελεί το συνεργείο.

Θα δεχόσαστε ότι ο Tomas είναι το alter ego σας;

Σε o,τι αφορά τις δυσκολίες διαχείρισης της δημιουργικότητας και της πραγματικότητας, ναι. Αλλά ίσως ο λόγος που μου άρεσε το σενάριο τόσο πολύ ήταν ότι ο Τomas είναι τόσο σαφώς μία φιγούρα μυθοπλασίας όσο είναι κάποιος που μπορώ να παρατηρήσω εξωτερικά. Μπορεί να έχει πάρε κάποιες πλευρές μου, αλλά σίγουρα έχει μεγαλύτερη απόσταση από μένα απ’ ό,τι είχε ο  Phillip Winter (παιγμένος από το Rüdiger Vogler) στο  “Alice In The Cities” ή από τους δύο μου ήρωες “Kamikaze” και  “King of the Road” στο  “Kings of the Road”. ΄Η το φωτογράφο στο “Palermo Shooting”.

Πώς θα περιγράφατε τον  Tomas;

Ο Tomas είναι ιδιαίτερα αποσυρμένος. Είναι ένα δημιουργικό άτομο, συγγραφέας και ως τέτοιος είναι ιδιαίτερα “μυστηριώδης”. Συχνά υπάρχουν πράγματα στις ζωές και στη δουλειά κάποιων που δεν είναι πολύ γνωστά. Οι συγγραφείς προφυλάσσουν τα μυστικά τους, σχεδόν υποχρεώνονται να το κάνουν αυτό. Επειδή πρέπει να τοποθετήσουν τα πάντα σε λέξεις, σε αυτό το μοναχικό, αινιγματικό γλωσσικό έργο, δεν μπορούν ίσως να τα σκορπάν όλα στις επαφές και στις συζητήσεις. Ο Peter Handke, ο Paul Auster, ο Michael Ondaatje ή ο Sam Shepard,είναι όλοι συγγραφείς που γνωρίζω. Αλλά όλους τους περιβάλλει ένα μυστήριο γιατί είναι τόσο αποσυρμένοι και μόνοι ως προς τον τρόπο που διαχειρίζονται τη δουλειά τους. Ο Tomas είναι από αυτούς τους αινιγματικούς ανθρώπους, αλλά τα πράγματα που συμβαίνουν τον αναγκάζουν να αντιδράσει. Κρατά πολλά από αυτά για τον εαυτό του και τα επεξεργάζεται μόνο στα βιβλία του. Παρ’ όλα αυτά, επειδή δε θέλουμε να βλέπουμε έναν παθητικό άνθρωπο επί δύο ώρες, ήθελα να δώσω στο κοινό ένα αληθινό συναίσθημα για το πώς διαχειρίζεται τα πράγματα.  Το έχουμε πετύχει αυτό με την επιλογή του James Franco στο ρόλο του, που δίνει μια “διαμπερή” ερμηνεία έτσι ώστε μπορείς να κοιτάξεις απ’ ευθείας μέσα του. Επίσης, το 3D μας επέτρεψε να είμαστε πιο κοντά του. Και οι σχέσεις με τις γυναίκες στη ζωή του τον ανοίγουν λίγο. Ή όχι, ανάλογα με την περίπτωση. Και πάνω απ’ όλα είναι τα παιδιά που τραβούν τον Tomas εκτός της απόσυρσής του.

Οι ηθοποιοί μέσα από το 3D έχουν μία πελώρια παρουσία: Σε τι έκταση επηρέασε αυτό την επιλόγή των ηθοποιών και τη δουλειά μαζί τους;

Το 3D είναι μεγάλη πρόκληση για τους ηθοποιούς γιατί αυτές οι κάμερες βλέπουν και προσέχουν απλά ο,τιδήποτε. Τίποτα δεν ξεφεύγει από αυτά τα αετίσια μάτια. Η αίσθηση αληθινού που προσφέρουν είναι ακριβής. Προσέχουν ο,τι παράγεις μπροστά τους. Η 3D κάμερα υποχρεώνει τον ηθοποιό να υπάρχει και όχι να παίζει επειδή αυτό θα τον εκθέσει στην υπερβολή. Γι αυτό το λόγο επέλεξα με μεγάλη προσοχή οι ηθοποιοί να έχουν δυνατή και ευχάριστη παρουσία από μόνοι τους. O James Franco είναι ένας εξαιρετικός μινιμαλιστής. Κάποιες φορές, ήταν αρκετή απλά μία νύξη από μένα ώστε εκείνος να κάνει πιο απλή την ερμηνεία του. Η Charlotte Gainsbourg έχει την μεταφυσική ικανότητα να στρέφεται στο ρόλο και συγχρόνως να είναι ο εαυτός της και ακριβώς γι αυτό το λόγο έχει γίνει η Kate. Και επέλεξα τη Rachel McAdams για την απίστευτη θετική ενέργεια που δίνει σε κάθε ρόλο. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, τους ενθάρρυνα όλους να μη δείχνουν τίποτα στην κάμερα, απλά να είναι. Κάθε τόσο επαναλαμβάναμε τη σκηνή ώστε να κάνουμε τους χαρακτήρες πιο αυθεντικούς και “γυμνούς”.

Τι σας έκανε να αποφασίσετε να παίξει ο James Franco και πώς είναι να δουλεύει κανείς μαζί του;

Από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα, αμέσως κάτι μέσα μου το γνώριζε ότι ήταν ο κατάλληλος για το ρόλο, με την πρώτη μας χειραψία. Όχι μόνο ως ηθοποιός, αλλά επίσης επειδή είναι κι εκείνος συγγραφέας, ένας δημιουργικός άνθρωπος και έτσι κατανοεί τη βασική σύγκρουση στο φιλμ. Συναντηθήκαμε στη Νέα Υόρκη, σε ένα καφέ και μετά, έπρεπε να πάει στο Πανεπιστήμιο όπου δίδασκε ένα μάθημα συγγραφής σεναρίου. Με ρώτησε αν ήθελα να έρθω μαζί του. Φυσικά, δε χρειάστηκε να με πιέσει πολύ. Άκουσα για λίγο το σεμινάριο. Οι φοιτητές έκαναν ανάγνωση ενός σεναρίου που είχαν γράψει μαζί και συζητούσαν λεπτομέρειες των διαλόγων με το James. Σε κάποιο σημείο, με ρώτησαν κάτι και μένα και στο τέλος ολοκληρώσαμε μαζί το σεμινάριο. Ως δάσκαλος, ήταν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος απ’ο,τι στο γύρισμα, απίστευτα ανοιχτός και ευγενικός. Στο γύρισμα ήταν πιο προγραμματισμένος. Ποτέ δεν ξέρεις, ως σκηνοθέτης, πώς θα είναι ένας ηθοποιός μπροστά στην κάμερα. Η αλήθεια αποκαλύπτεται την πρώτη μέρα του γυρίσματος και ήταν υπέροχο  να βλέπεις τι απίστευτη παρουσία διαθέτει ο James. Πάντα συγκεντρωμένος. Και πάντα στο σετ! Όταν δεν είχε γύρισμα, έψαχνε απλά ένα ήσυχο μέρος εκεί κοντά και διάβαζε. Διάβαζε από το πρωί έως το βράδυ. Έπρεπε να προετοιμαστεί για το Μεταπτυχιακό του στη Λογοτεχνία και διάβασε περίπου 20 βιβλία από την αρχή ως το τέλος στο σετ μας. Ακριβώς πριν μία σκηνή, του έλεγα: “James, είμαστε έτοιμοι τώρα”. Έβαζε το βιβλίο στην άκρη και αμέσως γινόταν ο Tomas ξανά. Φυσικά, οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν ρόλους πάντα διαφορετικούς από την προσωπικότητά τους. Όμως το μυστικό των μεγάλων ηθοποιών είναι ότι παραμένουν πάντα οι εαυτοί τους, με όλη τους την ψυχή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν δουλεύεις με 3D διότι είναι σα να κοιτάς τα πράγματα με μεγεθυντικό φακό. Όλα εμφανίζονται πιο καθαρά. Αυτό ισχύει για κάθε μικρή λεπτομέρεια αλλά και για κάθε λάθος. Κάθε “μίμηση” εκτίθεται αμέσως. Συγχρόνως, η παρουσία των ηθοποιών γίνεται ακόμα πιο έντονη. Είναι πραγματικά παράξενο που όλα τα φιλμ που έχω δει ως τώρα σε 3D αφορούν τα πάντα εκτός από πιστευτούς χαρακτήρες. Σχετίζονται κυρίως με τα εφέ, με τη δράση, με την περιπέτεια, με τη κωμωδία ή είναι μεγάλες παραγωγές κόμικς. Αλλά το 3D έχει την ικανότητα να δίνει έμφαση στα πράγματα και στους ανθρώπους και έτσι προσφέρει στους ηθοποιούς, ιδιαίτερα, μία απίστευτη εμπειρία να γίνουν πιο αινιγματικοί μπροστά στην κάμερα όσο ποτέ άλλοτε. Και όλοι μας οι ηθοποιοί άδραξαν την ευκαιρία. Παρ΄όλα αυτά, για μένα, ήταν κάπως σα να πετάω στο σκοτάδι χωρίς τον εξοπλισμό. Δεν υπήρχε σημείο αναφοράς για ρόλους σε δράμα. Είμαι σίγουρος ότι έχει ανοίξει ένας νέος δρόμος για τη 3D τεχνολογία, για την υποκριτική και για το να λάβουν οι ιστορίες μία άλλη διάσταση και  να αγγίξουν το κοινό με έναν διαφορετικό τρόπο, να έρθουν κυριολεκτικά πιο κοντά του.

Μπορείτε να μιλήσετε για τους τρεις γυναικείους ρόλους;

Στην πραγματικότητα είναι τέσσερις. Στην αρχή συναντούμε τη Sara (Rachel McAdams), με την οποία ζει ο Tomas όταν βιώνει την τραυματική εμπειρία στην αρχή της ιστορίας. Αυτή είναι εκείνη που υποφέρει περισσότερο εξ’αιτίας των γεγονότων, γιατί πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Τη χωρίζει δύο φορές. Μετά είναι η μητέρα του μικρού αγοριού, η Kate (Charlotte Gainsbourg). Επειδή συναντιούνται μόνο δύο φορές κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορίας δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν σχέση. Παρόλα αυτά, τα πεπρωμένα τους διασταυρώνονται και μία ξεχωριστή οικειότητα αναπτύσσεται μεταξύ τους, μία ισχυρή σύνδεση, κυρίως επειδή η ζωή του Tomas είναι τόσο ισχυρά συνδεδεμένη με εκείνη του δεύτερου γιού της, του Christopher, ο οποίος επέζησε από το ατύχημα, μεγαλώνει με ένα τραύμα και στην πορεία του φιλμ μεγαλώνει. Και μετά έχουμε την Ann (Marie-Joseé Croze), την καινούρια γυναίκα στη ζωή του Tomas. Θέλει να κάνει οικογένεια και να είναι ευτυχισμένος με εκείνη και με την κόρη της τη Mina. Αλλά για πολύ καιρό προσπαθεί να απομονώσει το παρελθόν της από τη σχέση αυτή, έτσι είναι βασισμένη σε ένα ψέμα. Η μικρή Mina είναι, επίσης, μία ισχυρή παρουσία μέσα στην ιστορία. Είναι 7 ή 8 όταν ο Tomas και η Ann μετακομίζουν μαζί και είναι 15-16 στο τέλος. Και οι τέσσερις γυναίκες είναι σαφώς πιο ικανές στο να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις από τον Tomas και συνεπώς τον αναγκάζουν να βγει από το καβούκι του. Οι γυναίκες είναι πάντα πολύ πιο άμεσες όταν απευθύνουν πράγματα από εμάς τους άντρες.

Σκεφτήκατε τη Charlotte Gainsbourg από την αρχή για το ρόλο της Kate?

Όταν αρχίσαμε να εργαζόμαστε στο φιλμ, μιλούσαμε με μία άλλη ηθοποιό που έπρεπε να απορρίψει το ρόλο λόγω οικογενειακών αιτιών. Έτσι, έπρεπε να σκεφτώ από την αρχή για την Kate και αμέσως σκέφτηκα τη Charlotte. Και όταν γυρίσαμε τις πρώτες σκηνές με εκείνη, σκέφτηκα: “Ουάου! Ποιος άλλος θα μπορούσε να την παίξει? Κανένας. Ο Tomas έχει μία πολύ ισχυρή σύνδεση με την Kate για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς σεξουαλικές επιπλοκές. Παρόλο που περνούν πολύ λίγο χρόνο μαζί, τα πεπρωμένα τους διασταυρώνονται και έρχονται πολύ κοντά. Στην αρχή, η Kate, είναι πολύ καχύποπτη απέναντι στον άνδρα που προκάλεσε το θάνατο του παιδιού της, αλλά επίσης κατανοεί ότι δεν είναι ένοχος και ότι κατά βάθος είναι ένας καλός άνθρωπος. Του δίνει μία ευκαιρία να επεξεργαστεί ο,τι έγινε. Τον αφήνει να μπει στη ζωή της για λίγο γιατί διαισθάνεται ότι αυτό θα τον βοηθήσει. Είναι μία πράξη ανιδιοτελής. Η Kate είναι ένας από τους ανθρώπους που μπορούν να μείνουν μόνοι τους χωρίς να τους λείπει κάτι και χωρίς πικρία. Υποφέρει τρομερά από την απώλεια του μικρότερού τους παιδιού, αλλά αγαπά τον Christopher και χει γι αυτόν. Είναι κατάλληλη να δει τη μοναξιά ως κάτι επίσης θετικό και αυτό είναι ένα πολύ δυνατό χαρακτηριστικό. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν ποτέ να μείνουν μόνοι και άλλοι που μπορούν μόνο να μείνουν μόνοι τους. Και υπάρχουν και άνθρωποι που μπορούν να κάνουν και τα δύο, που η ευτυχία τους δεν εξαρτάται από το να έχουν πάντα παρέα. Πιστεύω ότι ειδικά αυτοί είναι ικανοί να επικοινωνήσουν καλύτερα με τους άλλους. Όπως μπορείτε να δείτε μέχρι τώρα, η Kate είναι ο πραγματικός ήρωας της ταινίας.

Πώς συμμετείχε η Rachel McAdams στο φιλμ;

Ήξερα ότι θα ήταν η σωστή για το ρόλο και αυτό βασίστηκε σε δύο ταινίες. Το “To The Wonder” του Terrence Malick και ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το “The Time-Traveller’s Wife“ που σχεδόν κανείς δε γνωρίζει εδώ. Και στα δύο φιλμ η Rachel ακτινοβολεί τεράστια θετική ενέργεια που είναι ένα υπέροχο στοιχείο για το ρόλο της Sara. Τέτοιοι χαρακτήρες είναι τόσο σπάνιοι στο σινεμά! Με αυτούς έχεις την αίσθηση ότι ό,τι κάνουν έχει προορισμό το καλό. Έχουν αυτή τη φυσική εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και απλά “καλή καρδιά”. Η Sara είναι τόσο αισιόδοξος άνθρωπος και είναι κρίμα που ο Tomas την αφήνει και πιθανώς το συνειδητοποιεί και ο ίδιος όταν την συναντά απρόσμενα μερικά χρόνια αργότερα. Αλλά τα γεγονότα σχεδόν τον αναγκάζουν να αποχωριστεί αυτό το κομμάτι της ζωής του. Πολλές φορές ρωτάς τον εαυτό σου γιατί άφησες το καλύτερο πράγμα που σου συνέβη ποτέ, αλλά παρ’όλα αυτά πρέπει να το ξεπεράσεις σε αυτό το σημείο της ζωής σου.  Και είναι μόνο επειδή ο Tomas φεύγει από τη Sara το ότι έχει την ευκαιρία για μία σχέση με την Ann και τη Mina.

Τι εννοεί η Rachel McAdams όταν λέει ότι οι σκηνές ήταν τόσο καλά προετοιμασμένες ώστε δε χρειαζόταν να ανησυχεί καθόλου για το πού στέκεται, περπατά ή κάθεται; Δεν είναι ένα παράδοξο ότι θεωρεί τους περιορισμούς της κάμερας 3D απελευθερωτικούς;

Ναι και όχι. Το 3D απαιτεί ο σκηνοθέτης να γνωρίζει τις τοποθεσίες του ακόμα καλύτερα. Ακριβώς όπως οι ηθοποιοί, η παρουσία των τοποθεσιών αποκτούν αυξημένη παρουσία και σημασία. Πρέπει να είσαι εξαιρετικά ακριβής και να γνωρίζει πού είναι η θέση κάθε πράγματος και πώς η κάμερα αντιδρά στην τοποθεσία, πώς μπορείς να καταγράψεις τον ξεχωριστό χαρακτήρα και χώρο της. Έχει να κάνει με τον τρόπο που συνδέεται η κάμερα αυτή με το χώρο και είναι κάτι για το οποίο έχω αφιερώσει πολύ χρόνο προετοιμασίας, πρώτα μόνος μου, μετά με το Storyboard και το σχεδιασμό παραγωγής και τελικά με το διευθυντή φωτογραφίας. Δεν έχω περάσει ποτέ τόσο πολύ χρόνο στις τοποθεσίες όσο το έκανα σε αυτό το φιλμ. Πέρασα, πρακτικά, δύο χρόνια στο τοπίο όπου γυρίζαμε, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και χειμώνα, μέχρι που είχα εσωτερικεύσει του χώρους σε τέτοιο σημεία που ήξερα αυτόματα σε πιο σημείο θα στηθεί η κάμερα για κάθε λήψη. Μετά αυτό που κάνουν οι ηθοποιοί γίνεται από μόνο του, πάνω απ’ όλα το πώς κινούνται. Και όταν αυτό είναι προφανές στο σκηνοθέτη και το διευθυντή φωτογραφίας, αυτό προσφέρει μεγάλη ελευθερία

Τι ακριβώς εννοείτε όταν λέτε ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι το ίδιο πράγμα για τη 3D κάμερα;

Οι ταινίες μου είναι φτιαγμένες από μία ισχυρή αίσθηση του χώρου και οι τοποθεσίες είναι πάντα μία πηγή ενέργειας γι αυτές. Όταν η τοποθεσία και το σενάριο απαραίτητα είναι απαραίτητα το ένα για το άλλο, τότε ξέρω ακριβώς πού να βάλω ρην κάμερα. Για παράδειγμα, όταν είχαμε βρει το σπίτι της Kate, ήξερα ότι στην ιστορία μας θα έπρεπε να ανέβουμε αυτό το λόφο και να κατέβουμε πάλι δύο, τρεις φορές σε όλο το φιλμ, ότι θα κοιτούσαμε στη μικρή κοιλάδα στη δεξιά μεριά σε αυτό το μεγάλο χωράφι σόγια που θα έχει ένα τόσο ωραίο χρυσό χόρτο το καλοκαίρι. Και μετά υπήρχε και εκείνο το μεγάλο παλιό δέντρο στο μέσο του χωραφιού. Έτσι, η τοποθεσία έχει καθορίσει πολλές σκηνές, στις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί και να “μπει στο παιχνίδι”.

Δε σας λείπει καμιά φορά ο αυθορμητισμός και η ευελιξία της μικρής και ελαφριάς κάμερας, όταν δουλεύετε με τη 3D Κάμερα;

Είναι αλήθεια ότι οι 3D κάμερες δεν είναι τόσο αυθόρμητες, δεν μπορείς να αρχίσεις να γυρνάς αμέσως. Αλλά, από την άλλη μεριά, σου δίνουν άλλες ελευθερίες. Για παράδειγμα, δεν έχουμε ούτε μία σταθερή λήψη στο φιλμ, η κάμερα κινείται συνεχώς, ακόμα κι όταν είναι μόνο ελάχιστα,  επειδή η αντίληψη του χώρου γίνεται πιο έντονη. Όταν σας κοιτάζω που κάθεστε τα μάτια μου δεν είναι σταθερά βιδωμένα σε ένα τρίποδο. Κάνω αυτές τις κινήσεις στο πλάι ή μπροστά ώστε να νιώσω την παρουσία σας καλύτερα- που είναι πολύ καλύτερο από το να κολλήσετε το κεφάλι σας κάπου και απλά να κοιτάτε ακίνητος. Αυτό το καταφέραμε με ένα μικρό εξάρτημα εξοπλισμού που ονομάζεται “slider”. Αυτό σημαίνει ότι ο κινηματογραφιστής έχει χώρο να μανουβράρει περισσότερο από ένα μέτρο προς όλες τις κατευθύνσεις την κάμερα πάνω στο τριπόδι χωρίς να πρέπει να σπρώξει την κάμερα σε ράγες. Μπορεί να κάνει της κινήσεις της αυθόρμητα.

Είμαι σίγουρος ότι έχει ανοίξει ένας νέος δρόμος για τη 3D τεχνολογία, για την υποκριτική και για το να λάβουν οι ιστορίες μία άλλη διάσταση και να αγγίξουν το κοινό με έναν διαφορετικό τρόπο, να έρθουν κυριολεκτικά πιο κοντά του.

Έχει αλλάξει η σχέση σας με τα πράγματα στο πέρασμα των χρόνων: εμπιστεύεστε ξανά, τώρα τις εικόνες;

Στην εποχή μας με τις εικόνες-σκουπίδια, όπου υπάρχουν τόσες πολλές ανεγκέφαλες φωτογραφίες τριγύρω, είναι κυρίως οι ζωγράφοι και οι φωτογράφοι που μου έφεραν πίσω την αίσθηση ότι πραγματικά έχει νόημα να κάνω ό,τι αγαπώ και κατέχω και να έχω εμπιστοσύνη στην αίσθηση χώρου και κάδρου που έχω, την οποία έμαθα σε πρώτη φάση από ζωγράφους όπως ο Andrew Wyeth, ο Δανός Vilhelm Hammershøi ή “my old master teacher“ Edward Hopper. Μου δώσαν την αίσθηση ότι και οι ζωγράφοι νιώθουν σαν το σπίτι τους στον τρισδιάστατο κόσμο και ότι σκέφτονταν για το διάστημα. Ελπίζω ότι οι 3D  Cinemascope εικόνες μας δε θα γίνουν μέρος αυτής της ατελείωτης χιονοστοιβάδας, ότι είναι αυτάρκεις και ότι θα επιτύχουν αυτό που ο αγαπημένος μου φιλόσοφος της δεκαετίας του  20’s, Béla Balázs “Το σινεμά είναι ικανό να διασφαλίζει την ύπαρξη των πραγμάτων”. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που ο τίτλος μας έχει το  “everything“ χωρισμένο σε δύο λέξεις Every Thing. Κάθε ένα πράγμα, ξεχωριστά, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί για τον Tomas, τον Christopher και την Kate. Παρά την εισροή των ψηφιακών φωτογραφιών και των φιλμ, νομίζω ακόμα ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις σύνθετες εικόνες και την ακριβή αφήγηση για να επιτύχουμε ακριβώς αυτό: να φωτίσουμε και να διατηρήσουμε την ύπαρξη των ανθρώπων και των πραγμάτων. Οι εικόνες δε χρειάζεται συνεχώς να εξαναγκάζουν τα κύματα, μπορούν επίσης να αφορούν τους σταθερούς βράχους στη θάλασσα.

Η οπτική του ντοκιμαντέρ (από τα πρόσφατα  ”Pina“ και ”The Salt Of The Earth“ έχουν αλλάξει την άποψή σας για τη μυθοπλασία;

Δεν την άλλαξαν, αλλά μου υπενθύμιζαν συνεχώς πώς η αφήγηση μίας ιστορίας θα έπρεπε να είναι προσγειωμένη στην πραγματικότητα. Ακόμα και τα αμιγώς μυθοπλαστικά μου φιλμ, που δεν υπάρχουν πολλά απόαυτά (περιλαμβάνουν τα The American Friend“ ,”Hammett“) είχαν στοιχεία ντοκιμαντέρ, όπως όταν στο “The American Friend“ βλέπεις αυτά τα κρήρια που βρίσκονται υπό απειλή κατεδάφισης στο Αμβούργο, ή τους τοίχους με το γκράφιτι για το Holger Meins. Το να λες απλά μία ιστορία δεν ήταν ποτέ αρκετό για μένα. Ήθελα πάντα να μιλήσω και για την εποχή και, πάνω απ’όλα για ένα μέρος. Στο ”Wings of Desire“, η πόλη είναι η μυστική πρωταγωνίστρια.

Μπορείτε να πείτε κάτι για το ζωγράφο  Wyeth που υπήρξε μία σημαντική έμπνευση για το φιλμ;

O Αμερικανός Andrew Wyeth είναι μάλλον άγνωστος στην Ευρώπη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο μουσείο που να έχει έστω ένα πίνακά του. Τον έμαθα λίγο καιρό πριν από ένα βιβλίο και μου άρεσε αμέσως η δουλειά του: Υπήρχε ένας ζωγράφος που αγαπούσε το φως και τις τοποθεσίες! Που πέρασε όλη του τη ζωή ζωγραφίζοντας πράγματα που έβρισκε στο άμεσο περιβάλλον του. Τον εντυπωσίαζε το φως, τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα και το ζωγράφιζε με μία αμεσότητα και έναν αυθορμητισμό που δε συγκρίνεται με κανένα άλλο ζωγράφο του 20ου αιώνα. Όταν άρχισα να δουλεύω την ιδέα ενός φιλμ που θα άρχιζε με χιόνι, κατάλαβα ότι μόνο ένα ζωγράφο γνώριζα που ήξερε πραγματικά πώς να ζωγραφίσει το χιόνι και αυτός ήταν ο Andrew Wyeth. Έτσι άρχισα να μελετώ πιο προσεκτικά τους πίνακές του και έγινε το πρότυπο του φιλμ, εξ’αιτίας και για το φως του ήλιου. Ο  Wyeth είναι για μένα στη ζωγραφική ό,τι είναι ο Yasujiro Ozu στο σινεμά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για το πέρασμα του χρόνου που παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην ταινία;

Από το πρώτο σενάριο του Björn Olaf είχα ήδη βρει ενδιαφέρον στον τρόπο που διαχειριζόταν τα χρονικά άλματα. Έχεις την αίσθηση του πραγματικού χρόνου και ξαφνικά πηδάς μερικά χρόνια μετά και παίρνεις την επόμενη φέτα πραγματικότητας. Αυτή η πορεία τοτ χρόνου μπορεί να σε ενθουσιάσει όταν μεγαλώνεις, με τη λήθη, με τη διάρκεια ενός τραύματος, αλλά και με την ενοχή και πώς το παρελθόν παραμένει μέσ σου. Βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους ξαφνικά δύο χρόνια μετά και τέσσερα χρόνια μετά. Πολλά δεν εξηγούνται και πρέπει, ως κοινό, να εξηγήσεις τι έχει συμβεί στο ενδιάμεσο.

Πώς προσεγγίσατε το ότι αυτή σας η ταινία, έχει πρωτότυπη μουσική από τον Alexandre Desplat;

Ήταν σαφές από την αρχή ότι θα υπήρχε ορχηστρική μουσική, η οποία είναι στην υπηρεσία της ιστορίας και δεν τραβά την προσοχή, όπως όταν χρησιμοποιώ τραγούδια. Σίγουρα θέλω μουσική από τζούκμποξ ή ράδιο, από ηχεία σε καφέ ή δημόσια μέρη να γίνονται μέρος της ιστορίας που λέει το φιλμ.

Πώς ήταν να δουλεύεις με το διευθυντή φωτογραφίας σου  Benoît Debie?

Ήξερα τη δουλειά του από δύο φιλμ που είχε κάνει με το  Gaspar Noé, το “Irréversible“ και το “Enter The Void“, που είχαν γυριστεί με ένα θαρραλέο και ασυνήθιστο τρόπο και με ένα στέρεο αίσθημα για το πώς μπορεί κάποιος να εξερευνήσει τα πράγματα με την κάμερα. Πήγα να τον βρω στο Detroit, όπου δούλευε στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ryan Gosling, όπου είχα και την ευκαιρία να δω πώς δουλεύει, πως επεξεργάζεται το φως, τον παιδικό του ενθουσιασμό. Μου άρεσε η προσέγγιση κάθε λήψης και ήμουν σίγουρος ότι ήταν ο άνθρωπός μου. Περάσαμε μία μέρα μαζί σε αυτή την τρελή πόλη, το Detroit, και οι δύο φωτογραφίζαμε, ένιωσα ότι είχαμε πολλά κοινά. Τις πρώτες μέρες των γυρισμάτων, δουλέψαμε μαζί για να αναπτύξουμε μία γλώσσα για το φιλμ και μετά συνεχίζαμε να προετοιμάζουμε την επόμενη μέρα το προηγούμενο απόγευμα, για δύο ή τρεις ώρες, ώστε να γνωρίζουμε ακριβώς, κάθε πρωί, που θα βάλουμε την κάμερα και πώς ακριβώς θέλαμε να γυρίσουμε κάθε σκηνή.

 

 

Ακολουθήστε το Move It στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα του σινεμά!

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Blonde

Blonde

Θα το βρείτε: Netflix

Eίδαμε το "Blonde", θαυμάσαμε την Άνα ντε Άρμας, μας κούρασε το δράμα...
49 λεπτά

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο