7 "Λιντσεϊκά" φιλμ που δε γύρισε ποτέ ο Ντέιβιντ Λιντς
Ο Ντέιβιντ Λιντς υπήρξε ένας τόσο μοναδικός δημιουργός, ώστε το όνομά του έχει μετατραπεί σε συντομογραφία για την περιγραφή ενός συγκεκριμένου οπτικού, αισθητικού και αφηγηματικού στυλ. Παρόλο που δεν ήταν ο πρώτος σκηνοθέτης που χρησιμοποίησε τον σουρεαλισμό, ανέπτυξε μια ονειρική λογική και έναν μαγευτικό μυστικισμό που συνεχίζουν να εμπνέουν συζητήσεις και αναλύσεις. Παρότι οι ταινίες του ήταν συχνά τρομακτικές, διέθεταν μια αβανγκάρντ αίσθηση χιούμορ και μια ειλικρινή τρυφερότητα.
ΣΧΕΤΙΚΑΑφιέρωμα: Οι κορυφαίες ταινίες των 50s
Η κληρονομιά του παραμένει ακλόνητη, καθώς σχεδόν όλοι όσοι συνεργάστηκαν μαζί του έχουν να διηγηθούν ιστορίες για το πόσο εποικοδομητικός συνεργάτης υπήρξε. Πολλές απροκάλυπτες προσπάθειες μίμησής του αποτυγχάνουν επειδή προσπαθούν να αναπαράγουν τις ιδιοσυγκρασίες του, κάτι αδύνατο αφού ο Λιντς είχε έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Ωστόσο, υπάρχουν καλλιτέχνες που υιοθέτησαν την ίδια αυθεντική προσέγγιση, καταλήγοντας σε έργα που μοιάζουν να λειτουργούν μέσα στην παράδοσή του, αντανακλώντας τις επιρροές του και χαράσσοντας νέες κινηματογραφικές ζωές. Σε μια εποχή όπου ο κινηματογράφος συχνά μοιάζει υπερβολικά εξηγημένος, υπερβολικά ασφαλής και αποστειρωμένος από αβεβαιότητα, οι ταινίες που κουβαλούν κάτι από το πνεύμα του Lynch θυμίζουν ότι το σινεμά μπορεί ακόμη να λειτουργήσει σαν όνειρο. Ή σαν εφιάλτης που δεν μπορείς να εξηγήσεις το επόμενο πρωί.
“I Saw The TV Glow” (Τζέιν Σένμπρουν, 2024)
Η Τζέιν Σένμπρουν δεν προσπαθεί να «κάνει Lynch». Αυτό είναι ακριβώς που σώζει το “I Saw The TV Glow” από την παγίδα της φτηνής μίμησης. Η ταινία χρησιμοποιεί τη λογική του ονείρου όχι σαν αισθητικό gimmick αλλά σαν εργαλείο προσωπικής αποξένωσης. Η ταυτότητα εδώ μοιάζει ρευστή, σχεδόν φασματική, σαν να μετακινείται συνεχώς ανάμεσα σε τηλεοπτικές αναμνήσεις, queer επιθυμία και υπαρξιακή δυσφορία.
Οι αναφορές στο “Twin Peaks” είναι εμφανείς, αλλά όχι επιφανειακές. Όπως ακριβώς ο Λιντς χρησιμοποιούσε τη μικρή πόλη ως τόπο υπαρξιακού τρόμου, έτσι κι εδώ η νοσταλγία για την ποπ κουλτούρα των 90s μετατρέπεται σε κάτι βαθιά θλιμμένο. Η ακύρωση της fictional τηλεοπτικής σειράς μέσα στην ταινία κουβαλά την ίδια αίσθηση απώλειας που ένιωσαν οι θεατές όταν το ABC «σκότωσε» το “Twin Peaks”. Μόνο που εδώ η απώλεια αφορά και κάτι πιο προσωπικό: την αδυναμία να βρεις ποιος πραγματικά είσαι μέσα σε έναν κόσμο εικόνων.
“The Night of the Hunter” (Τσαρλς Λότον, 1955)
Ο Τσαρλς Λότον γύρισε μόνο μία ταινία ως σκηνοθέτης. Και αυτή η μία ταινία μοιάζει να προέβλεψε ολόκληρη τη φιλμογραφία του Ντέιβιντ Λιντς δεκαετίες πριν υπάρξει ο ίδιος ως δημιουργός.
Το “The Night of the Hunter” είναι ένας γοτθικός εφιάλτης μεταμφιεσμένος σε αμερικανικό παραμύθι. Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ως ψυχωτικός ιεροκήρυκας, λειτουργεί σαν πρωτότυπη εκδοχή όλων εκείνων των λυντσικών ανδρικών μορφών που κρύβουν το Κακό πίσω από μια μάσκα ευγένειας και ηθικής. Ο Λιντς πάντοτε ενδιαφερόταν για τη βία που φωλιάζει μέσα στην «κανονική» Αμερική — πίσω από λευκούς φράχτες, κερασόπιτες και μικρές επαρχιακές κοινότητες.
Αυτό ακριβώς κάνει και ο Λότον εδώ. Η οπτική γλώσσα της ταινίας — οι παραμορφωτικές σκιές, οι εξπρεσιονιστικές συνθέσεις, η σχεδόν παραμυθένια αίσθηση τρόμου — μοιάζει σαν blueprint για το “Blue Velvet”. Είναι σινεμά που δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό αλλά για ψυχικές καταστάσεις. Και γι’ αυτό παραμένει τόσο σύγχρονο.
“Under the Silver Lake” (Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, 2019)
Υπάρχουν ταινίες που παριστάνουν τις «cult». Και υπάρχει το “Under the Silver Lake”, ένα φιλμ τόσο βαθιά βυθισμένο στη λυντσική παράνοια του Λος Άντζελες που σχεδόν μοιάζει με χαμένη ξαδέρφη του “Mulholland Drive”.
Ο Άντριου Γκάρφιλντ παίζει έναν αποτυχημένο, βρόμικο, σχεδόν αξιολύπητο αντιήρωα που περιπλανιέται σε μια πόλη γεμάτη μυστικά, θεωρίες συνωμοσίας, κρυφούς κώδικες και σεξουαλικά φαντάσματα. Αλλά το πραγματικό μυστήριο της ταινίας δεν είναι ποτέ η εξαφάνιση που κινεί την πλοκή. Είναι η ίδια η αποσύνθεση της αμερικανικής ποπ κουλτούρας.
Όπως ακριβώς ο Λιντς χρησιμοποιούσε το μυστήριο της Λόρα Πάλμερ για να αποκαλύψει τη σήψη του “Twin Peaks”, έτσι κι εδώ το noir γίνεται εργαλείο αποδόμησης ενός κόσμου χτισμένου πάνω στην εικόνα, τη φήμη και την εμπορευματοποιημένη επιθυμία. Η ταινία είναι αστεία, άρρωστη, υπνωτιστική και συχνά εκνευριστική — δηλαδή ακριβώς ό,τι θα έπρεπε να είναι ένα πραγματικά λυντσικό έργο.
“Resurrection” (Μπι Γκαν, 2025)
Ο Μπι Γκαν ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που δεν κάνουν ταινίες αλλά κινηματογραφικές υπνώσεις. Το “Resurrection” μοιάζει λιγότερο με συμβατική αφήγηση και περισσότερο με συλλογικό όνειρο γύρω από την ίδια την ιστορία του σινεμά.
Όπως και ο Λιντς, ο Μπι Γκαν καταλαβαίνει ότι η εικόνα δεν χρειάζεται πάντα να εξηγείται για να λειτουργεί συναισθηματικά. Η ταινία μετακινείται ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, φόρμες και αισθητικές υφές, μετατρέποντας το σινεμά σε μνήμη που διαλύεται μπροστά στα μάτια σου.
Υπάρχει κάτι βαθιά “Inland Empire” στον τρόπο που το “Resurrection” αντιμετωπίζει τους ηθοποιούς, τις περσόνες και τη διάλυση της ταυτότητας μέσα στην ίδια την εικόνα. Και όπως συνέβαινε συχνά με τον Λιντς, η ταινία μοιάζει να μιλά όχι μόνο για τους χαρακτήρες της αλλά για το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου: την ικανότητά του να στοιχειώνει.
“Southland Tales” (Ρίτσαρντ Κέλι, 2006)
Το “Southland Tales” είναι ίσως η πιο χαοτική ταινία αυτής της λίστας. Και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που μοιάζει τόσο λυντσική. Ο Ρίτσαρντ Κέλι γύρισε μια πολιτική αποκάλυψη μεταμφιεσμένη σε sci-fi σάτιρα, γεμάτη ποπ μουσική, τηλεοπτικό θόρυβο, παρανοϊκές θεωρίες και Αμερικανούς που έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Ο Λιντς πάντα έβλεπε την αμερικανική κουλτούρα σαν κάτι ταυτόχρονα αστείο και τρομακτικό. Το ίδιο κάνει κι εδώ ο Κέλι. Η διαφορά είναι ότι το “Southland Tales” μοιάζει σαν ο εφιάλτης να έχει ήδη καταπιεί ολοκληρωτικά τη χώρα.
Η διαβόητη σκηνή με τον Τζάστιν Τίμπερλεϊκ να κάνει lip-sync στους Killers παραμένει ένα από τα πιο παράξενα και συγκινητικά μουσικά interludes των 00s. Είναι camp, μελαγχολικό και αποκαλυπτικό μαζί. Ατόφια ενέργεια Λιντς χωρίς τον ίδιο.
“Sunset Boulevard” (Μπίλι Γουάιλντερ, 1950)
Αν υπάρχει μία ταινία που εξηγεί γιατί ο Λιντς είχε εμμονή με το Χόλιγουντ, αυτή είναι το “Sunset Boulevard”. Ο Μπίλι Γουάιλντερ κατάλαβε νωρίς ότι η βιομηχανία του κινηματογράφου είναι μηχανή παραγωγής ονείρων αλλά και νεκροταφείο προσωπικοτήτων.
Η Νόρμα Ντέσμοντ λειτουργεί σχεδόν σαν πρωτογενές λυντσικό φάντασμα: μια γυναίκα εγκλωβισμένη μέσα στην ίδια της την εικόνα, ανήμπορη να αποδεχτεί ότι ο κόσμος προχώρησε χωρίς εκείνη. Από το “Mulholland Drive” μέχρι το “Inland Empire”, ο Λιντς επέστρεφε συνεχώς σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στο σινεμά και την ψυχική διάλυση.
Το “Sunset Boulevard” αγαπά το σινεμά και ταυτόχρονα το αντιμετωπίζει σαν βαμπιρικό σύστημα που καταβροχθίζει τους ανθρώπους του. Και αυτή ακριβώς η διπλή στάση — έρωτας και απέχθεια μαζί — διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το έργο του Λιντς.
“8½” (Φεντερίκο Φελίνι, 1963)
Ο Φελίνι και ο Λιντς είναι ίσως οι δύο σπάνιοι δημιουργοί που κατάφεραν να χτίσουν ολοκληρωτικά δική τους κινηματογραφική γλώσσα. Δεν μπορείς να μπερδέψεις ούτε ένα καρέ τους με κανενός άλλου.
Το “8½” λειτουργεί σαν υπαρξιακή αυτοψία ενός σκηνοθέτη που καταρρέει κάτω από το βάρος της ίδιας της δημιουργίας. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι περιφέρεται μέσα σε αναμνήσεις, φαντασιώσεις, επιθυμίες και ενοχές, ενώ η ταινία αρνείται πεισματικά να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό.
Ο Λιντς πήρε αυτή τη λογική και την έκανε ακόμη πιο σκοτεινή. Από το “Lost Highway” μέχρι το “Mulholland Drive”, οι χαρακτήρες του μοιάζουν εγκλωβισμένοι μέσα σε ψυχικά loops, αδυνατώντας να ξεφύγουν από τις περσόνες που έχουν κατασκευάσει.
Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η πραγματική σύνδεση ανάμεσα στον Φελίνι και τον Λιντς: στην ιδέα ότι το σινεμά δεν είναι εργαλείο εξήγησης της πραγματικότητας αλλά τρόπος να βυθιστείς βαθύτερα μέσα στο μυστήριό της.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων