Πως το ιστορικό όραμα του Ρόμπερτ Έγκερς έγινε mainstream

Δημοσίευση: 23 Απριλίου 2022, 03:08
Συντάκτης:

Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο ο Robert Eggers, ενώ έπαιρνε το πρωινό του σε ένα bistro στο Λονδίνο, ήταν εμφανώς προβληματισμένος. Στις 7πμ είχε μιλήσει με έναν παραγωγό από το New Regency Productions, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι το επόμενο μοντάζ του The Northman θα έπρεπε να είναι ‘διαφορετικό’.

<a href="/nea/otan-o-rompert-egkers-diaskeyaze-entgkar-alan-poe/66371">Όταν ο Ρόμπερτ Έγκερς διασκεύαζε Έντγκαρ Άλαν Πόε</a>ΣΧΕΤΙΚΑΌταν ο Ρόμπερτ Έγκερς διασκεύαζε Έντγκαρ Άλαν Πόε

Οι προηγούμενες ταινίες του, The Witch (2015) και The Lighthouse (2019), μπέρδευαν φαντασία και πραγματικότητα σε μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, και το κοινό δυσκολεύτηκε λίγο να τις παρακολουθήσει. Οι πρώτες αντιδράσεις για το Northman δεν απείχαν πολύ, και απέσπασε σχόλια όπως ότι για να το παρακολουθήσει κανείς πρέπει μάλλον να έχει μεταπτυχιακό στην ιστορία των Vikings.

Το budget της ταινίας ξεκίνησε από τα 65 εκατομμύρια δολάρια, αλλά με καθυστερήσεις λόγω Covid , και όλα τα πρωτόκολλα ασφαλείας που έπρεπε να τηρηθούν, ανέβηκε κατά πολύ. Το καστ είναι πασίγνωστο και αγαπημένο, με ονόματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους όπως του Alexander Skarsgård και της Anya Taylor-Joy, μαζί με τους Ethan Hawke, Nicole Kidman, και Willem Dafoe. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Eggers, “με μια τόσο ακριβή και κουλτουριάρα παραγωγή όλοι έλεγαν ότι θα πρέπει η ταινία να είναι τουλάχιστον αντάξια του Gladiator ή του Braveheart, και δεν είναι τίποτα από τα δύο. Έχει στοιχεία που παραπέμπουν σίγουρα, αλλά είναι μια ακόμα πιο περίεργη εκδοχή ”.

Όταν ο Robert Eggers ήταν 10 χρονών, ο ζωγράφος Hyman Bloom – φίλος των γονιών του, και μεγάλη επιρροή του Jackson Pollock – του έδωσε δύο βιβλία ζωγραφικής των Γερμανών Albrecht Dürer και Martin Schongauer. “Εκεί ήταν που έγινα ένας σνομπ κουλτουριάρης, και κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσω στην άκρη τα κόμικς μου. Τα πλάσματα της θάλασσας, οι σάτυροι, αλλοπαρμένοι άντρες, και δαίμονες έβαλαν τη Marvel σε δεύτερη μοίρα”.

Όπως είχε πει και ο Alfonso Cuarón (Gravity, Roma), όταν διάβασε το σενάριο του The Witch, εντυπωσιάστηκε από την προσέγγιση. Εκεί που άλλοι δημιουργοί χρησιμοποιούν το συμβολικό σαν κάτι που σπάει την πραγματικότητα, ο Eggers δεν κάνει ποτέ αυτό τον διαχωρισμό. “Είναι σαν το παραφυσικό να είναι κάτι τόσο φυσιολογικό όσο ο καιρός. Δεν υπάρχει κάτι το αφύσικο στην ύπαρξη μαγισσών, ούτε κάποια σημαντική εξήγηση. Απλώς υπήρχαν ανάμεσα στον υπόλοιπο κόσμο”.

Όταν ρωτήθηκε τι πιστεύει ότι ξένισε το κοινό στο Northman, απάντησε διστακτικά “Με όλη την καλή διάθεση, δεν είμαι φυσιολογικός. Μοιάζω με hipster από το Bushwich, και ο κόσμος δεν βρίσκει κάτι για να ταυτιστεί μαζί μου”.

Ό Eggers τυχαίνει να είναι μεγάλος λάτρης της Μεγάλης Βρετανίας , και όταν βρέθηκε στο Λονδίνο με τη γυναίκα του, αφιέρωσαν μερικές μέρες για να επισκεφθούν το Stonehenge, και έμειναν στο Frome, μια μικρή πόλη κοντά στο Somerset. “Ήταν απίστευτο!”, είπε για το Frome, το οποίο έχει σαξονικές ρίζες, και γύρισε πίσω εμφανώς ανανεωμένος.

Η ομάδα του Robert Eggers, η οποία συμπεριλαμβάνει την επιμελήτρια του Louise Ford και τους production designers Craig Lathrop και Linda Muir, είναι σταθερά η ίδια από το 2008, και έχουν συνεργαστεί μαζί σε 3 κινηματογραφικές παραγωγές και δυο ταινίες μικρού μήκους. Κανένας τους όμως δεν ήταν προετοιμασμένος για να αναλάβει μια τόσο μεγάλη παραγωγή.

Εξ’ αιτίας  αρκετών καθυστερήσεων λόγο COVID, πολλά από τα γυρίσματα διάφορων σκηνών όπως μια με τον Willem Dafoe που υποδύεται τον ρόλο του Heimir, απείχαν ακόμα και μήνες μεταξύ τους. Να μονταριστεί και να δέσει όλο το υλικό σαν συνολικό αποτέλεσμα ήταν όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Eggers “πολύ πιεσμένο”.

Τη στιγμή που άλλοι δημιουργοί τραβάνε υπερβολικά πολλά πλάνα, ο Eggers και ο Blaschke περιορίζονται σε τρία η τέσσερα που προβάρουν και τραβάνε ξανά και ξανά. O Lars Knudsen, παραγωγός του The Witch, αλλά και του Northman, αναφέρει πως “είναι ένας πολύ ιδιαίτερος τρόπος να γυρίσεις μια ταινία, και με το The Northman θα μάθουμε αν είναι κάτι που λειτουργεί και με ένα μεγαλύτερο κοινό ”.

O Ethan Hawke, αν και παλιότερα δεν ήταν φαν της φιλοσοφίας του Eggers και του Blaschke, με τον καιρό κατάφερε να εκτιμήσει την ακρίβεια με την οποία προσεγγίζουν μια δουλειά. “Αναρωτιόμουν όλη μου τη ζωή αν θα συμμετείχα ποτέ σε ένα project σαν το Apocalypse Now, που να αισθάνομαι ότι γίνεται όντως προσπάθεια. Στο The Northman είχαν την έπαρση να πουν ότι ‘θα φτιάξουμε ένα αριστούργημα με τρόπο που δεν έχει ξαναγίνει”.

Ο Eggers κατάλαβε ότι το στούντιο ήθελε να είναι η πιο ασυνήθιστη ταινία. Οι μεγάλες χρονικά σκηνές και το αυστηρό στήσιμο στις ταινίες του θυμίζουν περισσότερο θέατρο παρά κινηματογράφο. “Η εντύπωση που σου αφήνει είναι μεθυστική. Αισθάνεσαι ότι είσαι εκεί και αναπνέεις μαζί με τους χαρακτήρες” λέει ο Cuarón. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ευελιξία για να ξεφύγουν από της γραμμή τους, ειδικά σε ένα απαιτητικό project σαν κι αυτό, με τόσο υψηλές προσδοκίες.

Έχει υιοθετήσει μια πολύ αυστηρή ρουτίνα σχετικά με το πρόγραμμα του, και ξυπνάει πολύ νωρίς μέσα στη μέρα, και χάνεται στην περίοδο πάνω στην οποία κάνει έρευνα. Η Jóhanna Friðriksdóttir, ιστορικός που ασχολείται με την περίοδο των Viking και σύμβουλος του Eggers στο Northman , αναφέρει ότι “υπάρχουν μέχρι και ακαδημαϊκοί που δεν έχουν τόσο εξειδικευμένες γνώσεις όσο ο ίδιος”. Η Anya Taylor-Joy τον χαρακτηρίζει ως ιδιοφυΐα, παρ’ όλο που ο ίδιος απορρίπτει αυτό τον χαρακτηρισμό. Μπορεί να γράψει σε αγγλικά 16ου αιώνα, και το λεξιλόγιο του ίδιου είναι ένα μιξ της κοινώς καθομιλουμένης του Brooklyn, με μια δόση από το παρελθόν.

Η  Louise Ford επιτάχυνε την αρχική σκηνή της ταινίας με ένα πολύ μεγαλύτερο μοντάζ από αυτό που είχαν σκεφτεί αρχικά, και έτσι παρακολουθώντας ολόκληρη την ταινία άρχισαν να κάνουν μικρές διορθώσεις.

Με τον Eggers γνωρίστηκαν το 2007, όταν πήρε στα χέρια της το σενάριο του για το Tell-Tale-Heart του Edgar Alan Poe. Ήταν γι’ αυτή πολύ ευχάριστη έκπληξη να γνωρίσει έναν καινοτόμο Αμερικάνο σκηνοθέτη με μεγάλη αγάπη για τον βικτωριανό εικονογράφο Arthur Rackham. Η κάθε λεπτομέρεια στην ταινία ήταν τόσο προσεγμένη για να ανταποκρίνεται ιστορικά και αισθητικά στη συγκεκριμένη εποχή. Όσον αφορά το Northman, ενώ η Ford ασχολούνταν με τη διόρθωση μικρών λεπτομερειών, ο Eggers σχολίαζε κάποιες ακαδημαϊκές πηγές σχετικά με διάφορα κειμήλια των Vikings, και το αποτέλεσμα που προκύπτει στην οθόνη συμπεριφορικά.

Και ένα μικρό trivia: το στέμμα της Gurdun που υποδύεται η Nicole Kidman είναι φινλανδικής προέλευσης. Μια λεπτομέρεια που υπονοεί ότι το έφερε στη βασίλισσα του ο Aurvandill από κάποια λεηλασία.

Πολύ προσοχή δόθηκε επίσης στη διακόσμηση των σκηνικών, όπως για παράδειγμα η αυλή του Hrafnsey, στη οποία βλέπουμε ξύλινες σκαλιστές κολόνες με σχέδια από ένα τάφο νότια του Όσλο, που φτάνουν περίπου τα 3 μέτρα. “Είναι μια πολύ περίπλοκη κοινωνία. Οι αξίες της βασίζονται στην έννοια της εκδίκησης, αλλά πλαισιώνεται από κανόνες. Υπάρχουν ακόμα αξίες, τέχνη, διασκέδαση, μουσική, και χαρά ”, αναφέρει ο Eggers.

Το Northman είναι κατά πάσα πιθανότητα η πιο ακριβής ταινία Viking που έχει γίνει ποτέ. Ο Neil Price, αρχαιολόγος του πανεπιστήμιου της Uppsala που είχε συμβουλευτικό ρόλο στα γυρίσματα, αναφέρει “Είναι σαν όνειρο για εμένα. Αμφιβάλλω αν θα ξαναγνωρίσω ποτέ κάποιον που να δείχνει τόσο αυθεντικά ενδιαφέρον για τη δουλειά του σαν τον Robert”. Ακόμα και ενδυματολογικά, τα ρούχα έχουν φτιαχτεί από υλικά που χρησιμοποιούσαν όντως εκείνη την εποχή, όπως ο μανδύας του χαρακτήρα που υποδύεται ο Claes Bang, ο οποίος είναι φτιαγμένος από το λεγόμενο ‘tog’, δηλαδή την εξωτερική στρώση μαλλιού από κοπάδια προβάτων της Ισλανδίας.

Τα γυρίσματα διήρκησαν ογδόντα εφτά ημέρες και τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν να χτυπάνε με προτάσεις και υποδείξεις πάνω σε μικρές λεπτομέρειες της ζωής των Vikings. Η Jóhanna Friðriksdóttir για παράδειγμα, έλαβε μια κλήση στην οποία την ρώταγαν αν υπήρχε κάποιο ταμπού στην κοινωνία τότε σχετικά με την εμμηνόρροια. “Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ για να είμαι ειλικρινής”, λέει η ίδια, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε.

Ο μύθος του Amleth καταγράφεται για πρώτη φορά στο The History of the Danes του Saxo Grammaticus, στις αρχές του 13ου αιώνα, αλλά είναι πιθανότατα βασισμένο στην παλαιότερη λαογραφία της Ισλανδίας. O Sjón φαντάστηκε το σενάριο σαν ένα χαμένο κομμάτι της ιστορίας. Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως το 914 στους πρώτους οικισμούς στην Ισλανδία, αλλά πριν την ίδρυση του Althing, ένα είδος κοινοβουλίου, το 930 ”.

Σαν Ισλανδός, ο Sjón ένιωθε την υποχρέωση να είναι η ιστορία όσο το δυνατόν πιο σωστή ιστορικά, αλλά στην πορεία κατάλαβε ότι ο Eggers ήταν ακόμα πιο αφοσιωμένος από τον ίδιο στο να αποδώσει τα γεγονότα με ακρίβεια. Οι περισσότερες πηγές για εκείνη την εποχή έχουν γραφτεί τον μεσαίωνα, όταν η Σκανδιναβία είχε εκχριστιανιστεί. Το Northman προσπαθεί να δει έξω από αυτό το πρίσμα, και να εξετάσει την εποχή μέσα από ένα παγανιστικό σύστημα αξιών. Οι συγγραφείς αυτών των πηγών, σύμφωνα με τον Sjón, βασίζονταν στην προφορική παράδοση, σε ποιήματα, ή κειμήλια που είχαν διασωθεί. Σίγουρα είναι πηγές μεγάλης ακρίβειας, αλλά δεν είχαν τα μέσα για να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες όπως έχουμε εμείς σήμερα.

Στη σκηνή με το τελετουργικό ένταξης του νεαρού Amleth, το σενάριο του Eggers έλεγε ότι πρέπει να αποπνέει μια αίσθηση αποσύνθεσης, και να διαφαίνονται ανθρώπινα κόκκαλα μέσα από τη λάσπη. Ο Terry Gunnel πρότεινε σαν αναφορά της τοποθεσίας το Maeshowe, έναν μνημείο με νεολιθικούς τάφους στο νησί Orkney. “Η συνοχή είναι λίγο περίεργη”, λέει ο Eggers αναφερόμενος στη σκηνή του τελετουργικού, την οποία χαρακτηρίζει σαν την πιο πλασματική σκηνή της ταινίας.

Στο ξεκίνημα ενός νέου project τον διακρίνει μια μεγαλύτερη χαλαρότητα, και στην πορεία της δημιουργίας αρχίζει να οριοθετεί και να βάζει μια τάξη σχετικά με τα ακριβή στοιχεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έκανε για τη δημιουργία του The Witch, ο Eggers μελέτησε τα ημερολόγια του πρώτου κυβερνήτη του Bay Colony της Μασαχουσέτης,  John Winthrop. Ενώ για βρει την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει στο Lighthouse, συμβουλεύτηκε ένα εγχειρίδιο οδηγιών που γράφτηκε από φαροφύλακες το 1881. Το αποτέλεσμα που βλέπουμε οφείλεται σε δική του επιμονή, όπως για παράδειγμα ότι η ταινία είναι ασπρόμαυρη και όχι έγχρωμη όπως επέμενε το στούντιο παραγωγής. Για τον Eggers, όπως έχει αναφέρει ο ίδιος, είναι σαν να στήνει ένα κουκλόσπιτο, μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η κάθε ταινία του και μέσα από κάθε προσεγμένη λεπτομέρεια μπορεί να ενστερνιστεί τις αναμνήσεις των χαρακτήρων του.

“Αισθανόμουν σαν να ήταν μέσα στο μυαλό μου”, είπε ο Dafoe για την εμπειρία του στο Lighthouse. Όταν παρακολούθησε στο σινεμά το The Witch, την επόμενη κιόλας μέρα κιόλας κανόνισε μις συνάντηση με τον Eggers, και συμφώνησαν να συνεργαστούν.

Στις πρόβες του Lighthouse, o Dafoe συνειδητοποίησε ότι ο στόχος δεν ήταν να βρει ο ίδιος τον χαρακτήρα του. “Δεν κάναμε πρόβα ακριβώς τις σκηνές. Αντί γι’ αυτό  μας εξηγούσε που θα ήταν στημένες οι κάμερες”. Ο Eggers με τον Blaschke κάνουν μόνοι τους το storyboard των ταινιών τους. “Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο λεπτομερές storyboard από σκηνοθέτη. Το 90% δεν τα φτιάχνουν ούτε καν οι ίδιοι. Είναι τόσο προσεγμένα που θυμίζουν Hitchcock”, λέει ο Chris Columbus, παραγωγός του The Witch και του Lighthouse. O Dafoe πάντως απολάμβανε αυτούς τους περιορισμούς, και το ότι έπρεπε να προσαρμοστούν αυτοί στα πλαίσια που τους δίνονταν.

Η έλλειψη ελευθερίας κινήσεων δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τον Dafoe, αλλά εξυπηρετούσε στο να αποδοθεί το όραμα του Eggers με όση περισσότερη ακρίβεια γινόταν.  “Τα πράγματα που μου ανέθεταν στα γυρίσματα ήταν οριακά αδύνατα. Αλλά σε συγκεντρώνει στον στόχο σου όσο τίποτα άλλο”, λέει ο Dafoe, ο οποίος χρειάστηκε μέχρι και να μάθει να πλέκει για τον ρόλο.

Ούτε ο Eggers ούτε ο Blaschke δεν είχαν γυρίσει ποτέ κάποια σκηνή δράσης, χρησιμοποίησαν όμως την ίδια συνταγή με τις προηγούμενες ταινίες τους. Ακόμα και μια σκηνή μπορεί να απαιτούσε προετοιμασία μηνών για να πραγματοποιηθεί. Για παράδειγμα η σκηνή με τον ενήλικα πλέον Amleth να συμμετέχει στην εισβολή ενός σλάβικου χωριού, ήταν μία λήψη τεσσάρων λεπτών. Μέχρι να τελειοποιηθεί όμως, και με όλα τα απρόοπτα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, τη γυρίσανε 25 φορές.

Ο Skarsgård, που είναι Σουηδός, ξεκίνησε να ασχολείται με την ανάπτυξη του project το 2017. Μαζί με τον Knudsen, παραγωγό της ταινίας με καταγωγή από τη Δανία, ήταν το όνειρο τους να κάνουν κάποια μέρα μία ταινία αποκλειστικά με την ιστορία των Vikings. Ξεκίνησε όμως να δουλεύει στο σετ με τον Eggers τον Αύγουστο του 2020, όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα.

Ο περιορισμός στην ελευθερία έκφρασης που αντιμετώπισε και ο Dafoe, αρχικά κακοφάνηκε στον Skarsgård. “Δεν έχω συνηθίσει να δουλεύω σε τέτοιες συνθήκες, χωρίς να υπάρχει καθόλου χώρος για να εξερευνήσω τον χαρακτήρα μου. Είμαι απλώς ένα ρομπότ”, αναφέρει χαρακτηριστικά. “Αλλά είναι στο χέρι σου να προσαρμοστείς, και θα σου παρουσιαστούν μικρές ευκαιρίες καλλιτεχνικής έμπνευσης, και μετά είσαι εκεί που πρέπει να είσαι.”

H Anya Taylor-Joy που είχε να συνεργαστεί με τον Eggers έξι χρόνια, συνειδητοποίησε πόσο την έχει καθορίσει ερμηνευτικά. “Το πώς αυτοπροσδιορίζομαι σαν ερμηνεύτρια προέρχεται από το The Witch. Βρίσκω απελευθερωτικό να ξέρω πως θα μοιάζει η ταινία στην οποία συμμετέχω όταν υπάρχει ήδη το storyboard. Μπορώ έτσι να δώσω τη δική μου εκδοχή του χαρακτήρα, μέσα όμως σε πλαίσια που μου είναι ξεκάθαρα από την αρχή, και εν τέλει έχει πιο ενδιαφέρον από το να μαζευτούμε για γύρισμα χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πλάνο και να αυτοσχεδιάζουμε στην πορεία”.

O Eggers δεν γνώρισε ποτέ τον βιολογικό του πατέρα. Η μητέρα του Kelly, όταν επέστρεψε στο Wyoming μετά τη γέννηση του στη Νέα Υόρκη το 1983, παντρεύτηκε τον Walter Eggers, έναν βρετανό ακαδημαϊκό με ειδίκευση στα έργα του Shakespeare, και απέκτησαν δύο δίδυμα αγόρια. Ένα από αυτά είναι ο Max, με τον οποίο ο Eggers έγραψε το Lighthouse.  Η οικογένεια μετακόμισε στο Lee, μία μικρή πόλη του New Hampshire, όταν ο Walter βρήκε δουλειά στο πανεπιστήμια του Durham. Όταν ο παππούς του πήρε σύνταξη, αγόρασε μία φάρμα του 18ου αιώνα κοντά στην οικογένεια του, γεμάτη από αξιοπερίεργα πράγματα όπως ταριχευμένα ζώα, μοντέλα παλιών πλοίων, Αφρικάνικες μάσκες, και κειμήλια από τον εμφύλιο πόλεμο. Έτσι απέκτησε ενδιαφέρον για την εποχή που αποικιοκρατήθηκε η Αμερική από βρετανούς .

Όταν το 1995 η μητέρα του ξεκίνησε να ασχολείται με το παιδικό θέατρο, ο Eggers συμμετείχε πολύ ενεργά στις παραστάσεις, και στο στήσιμο, αλλά και παίζοντας διάφορους ρόλους. Σαν μαθητής ήταν αρκετά απρόβλεπτος, και στο λύκειο, μαζί με την Ashley Kelly-Tata, μια παιδική φίλη που τώρα ασχολείται με το πειραματικό θέατρο, σκηνοθέτησαν το Nosferatu, όπου και έπαιξε τον ρόλο του Count Orlok.

Προσκεκλημένος του Eggers στην παράσταση ήταν ο θιασάρχης Edward Langlois, ο οποίος αναφέρει για τον Eggers ότι αν και επρόκειτο για μια παράσταση με παιδιά λυκείου, έδωσε μια πολύ δυνατή ερμηνεία , και σε αυτό συνέβαλε φυσικά και το εντυπωσιακό παρουσιαστικό του. Από τα κοινά στοιχεία που τους ένωσαν και οδήγησαν στην μετέπειτα συνεργασία τους ήταν η νοσταλγία και οι πλούσιες γνώσεις του, ειδικά για το νεαρό της ηλικίας του. Αν και ο Eggers μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 2001 για τις σπουδές του στο American Musical and Dramatic Academy, τα καλοκαίρια συνέχισε να επιστρέφει στο New Hampshire, και να ανεβάζει παραστάσεις στο θέατρο Edwin Booth του Langlois.

Το 2007, όταν η Ισραηλινή σκηνοθέτης Geula Attar πέρναγε με τον άντρα της Victor από το Astor Place, πρόσεξαν ένα street performance του Faust, που είχε γράψει ο Eggers. Ήταν ένα 30λεπτη comedia dell’arte εκδοχή, γραμμένη σε ποιητικό μέτρο. “Είχαν απίστευτη χημεία και επικοινωνία με τον κόσμο στο δρόμο που παρακολουθούσε την παράσταση.”, λέει ο Victor Attar. Οι Attars συνεργάστηκαν μελλοντικά με τον Eggers, ο οποίος ανέλαβε το στήσιμο των σετ και τον ενδυματολογικό σχεδιασμό για δύο Off Broadway παραστάσεις τους.

Το 2010 η Louise Ford έδωσε το σενάριο του The Witch στον Knudsen και στον James Van Hoy, με το οποίο ο Eggers δυσαρεστήθηκε, γιατί δεν θεωρούσε ότι ήταν ακόμα έτοιμο. Το Tell-Tale Heart είχε πάει σχετικά καλά στα φεστιβάλ, αλλά μέχρι εκεί, και αισθανόταν μέχρι τότε ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν αντάξιο των προσδοκιών του. Οι δύο τους του πρότειναν να απλοποιήσει αρκετά το σενάριο αν ήθελε να το δει να υλοποιείται. Τέσσερα χρόνια μετά, ξεκίνησαν τα γυρίσματα στο Ontario, με την Anya Taylor-Joy στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Thomasin. To The Witch: A New England Folktale έκανε την πρεμιέρα του στο Sundance τον Ιανουάριο του 2015, και ο Eggers κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας. Όταν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, έκανε εισπράξεις 40 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αρχικά ο Eggers δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία των Viking. Όπως αναφέρει ο ίδιος, τους έβρισκε πολύ “μάτσο” για τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες. Με τον Sjón, o οποίος είχε ήδη γράψει ένα μυθιστόρημα για την μαγεία στην Ισλανδια του 17ου αιώνα, γνωρίστηκε μέσω της Björk. Εντυπωσιάστηκε με το βιβλίο και ένα χρόνο μετά του πρότεινε να συνεργαστούν για το σενάριο του Northman.

Το Northman έβγαλε τον Eggers έξω από τα νερά του, μιας και ερχόταν σε αντίθεση με το Witch και το Lighthouse που ήταν και τα δύο αρχέγονες αμερικάνικες ιστορίες. Οι κριτικοί πολλές φορές διακρίνουν στις δουλειές του θέματα όπως η γυναικεία αντίσταση στο Witch, ή μια τοξική ιδέα του, ανδρισμού όπως βλέπουμε στο Lighthouse, o ίδιος όμως ισχυρίζεται ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση και το παρατηρεί πάντα μετέπειτα. Είναι η διεξοδική του έρευνα για το υλικό των ταινιών του, και η αυστηρή σκηνοθετική του άποψη που σε ταξιδεύουν σε μια χαμένη φαντασία.

Μια μέρα ο Blaschke ρώτησε τον Eggers τι φοβάται περισσότερο, και τα τρία πράγματα που απάντησε ήταν να μείνει μόνος, να τον μαχαιρώσουν και να πεθάνει, και να χαθεί στον κόσμο του αποκρυφισμού. Μέσα από τις ταινίες του μπορεί να εξερευνεί αυτό τον κόσμο, αλλά σε ένα πλαίσιο ασφαλείας.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Eggers πήρε τα νέα ότι το στούντιο παραγωγής είναι χαρούμενο με το τελευταίο μοντάζ του Northman και δεν χρειάζονται άλλα test screenings. “Αισθάνθηκα σαν άλλος άνθρωπος, είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος. Αυτή ήταν η πιο διασκεδαστική εκδοχή που θα μπορούσα να κάνω. Δεν είναι κάτι που αποζητώ απαραίτητα στις ταινίες μου, αλλά έτσι συνέβη αυτή τη φορά”, λέει ο Eggers.

Ο Cuarón έδωσε τελικά την έγκριση του, για τον Eggers όμως όπως αναφέρει ο ίδιος, η δημιουργία αυτής της ταινίας ήταν απίστευτα επίπονη εμπειρία. “Δεν πιστεύω ότι θα το ξαναέκανα ποτέ, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα ξανακάνω μια τόσο μεγάλη παραγωγή. Όχι γιατί δεν θα ήθελα, αλλά από θέμα προσωπικότητας, μου είναι πολύ δύσκολο να μην έχω τον πλήρη έλεγχο της δουλειάς μου”.

O Skarsgård είδε την ταινία για πρώτη φορά στη Στοκχόλμη με τον πατέρα του. Σχετικά με τις μεθόδους και τη διεξοδικότητα του Eggers αναφέρει “σε μια σκηνή στο Northman το πλοίο που χρησιμοποιούσαμε στα γυρίσματα ήταν φυσικά ακριβές μουσειακό αντίγραφο πλοίου που χρησιμοποιούσαν οι Vikings για τη μεταφορά τους. Ήταν στο background και ούτε καν φαινόταν. Θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει οτιδήποτε, και ούτε καν θα το είχε προσέξει κανένας, εκτός βέβαια από τον ίδιο τον Rob”. Όταν ρωτήθηκε αν κατάφερε ποτέ να ταυτιστεί με τον ρόλο του, ανέφερε ότι “ήταν όλο εκεί, και ήταν πολύ αληθινό”.

H κριτική του MOVE IT για το "Northman" που προβάλλεται ήδη στις ελληνικές αίθουσες

 

 

Ακολουθήστε το Move It στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα του σινεμά!

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ