Οι comfort movies της ζωής μας

Δημοσίευση: 26 Δεκ. 2018, 15:22

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Κάποιοι που δεν βλέπουν ποτέ ξανά την ίδια ταινία και εκείνοι, σίγουρα οι περισσότεροι και οι δικοί μας άνθρωποι, που υπάρχουν κάποια φιλμ στα οποία καταφεύγουν συχνά. Ταινίες που γεμίζουν το μάτι, την καρδιά και την ψυχή, που χτίζεις μαζί τους μια σχέση αγάπης, πάθους, λατρείας ή (γιατί όχι; ) και μίσους. Αλλά κυρίως που σε βοηθούν να αποδράσεις έστω και για λίγο, να καθαρίσεις το μυαλό σου.

ΣΧΕΤΙΚΑ"Bodyguard" season 1: Σοβαρό και σφιχτοδεμένο

Και συνήθως κάτι τέτοιο συμβαίνει μέσα στις γιορτές. Η ομάδα του MOVE IT επέλεξε λοιπόν τις αγαπημένες comfort movies της.

The Fountain / 2006 του Ντάρεν Αρονόφσκι

Πόσες φορές έχεις νιώσει δέος στην ζωή σου; Και πόσες από αυτές –αν υπήρξαν- αφορούσαν ένα ασύλληπτο έργο τέχνης;

Αφέσου, θυμήσου ξανά, ονειρέψου, νιώσε. Μια δημιουργία τόσο όμορφη, σπαρακτική, ουσιαστική και οδυνηρή που προκαλεί τρέμουλο στην καρδιά, ίλιγγο και γλυκιά παραζάλη.

Μια απίστευτα δυνατή σε εικόνες και λέξεις παραβολή για την αγάπη, την ζωή, τον θάνατο και τον τρόπο με τον οποίο τέμνονται, αλλά και αλληλοσυμπληρώνονται, μου δημιούργησε και μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία: Για λίγο κατανίκησα τον φόβο μου για τον θάνατο, αντίκρυσα το μετά, στάθηκα ευθυτενής, λυτρωμένος. Έστω για λίγο.

Μια βαθιά ανάσα. Πάτα το play ξανά.

Aπόστολος Κίτσος

 

Groundhog Day / 1993 του Χάρολντ Ράμις

Υπάρχουν κάποιες μέρες που τα πράγματα φαίνονται κάπως γκρίζα και το μόνο που έχει νόημα είναι να κάτσεις στον καναπέ, να βάλεις τα πόδια πάνω στο τραπέζι και να παρακολουθήσεις μια γνώριμη ταινία για να ηρεμήσει το μάτι και το μυαλό. Αν αυτή η ταινία δεν είναι ήδη η «Η Μέρα της Μαρμότας» με τον Bill Murray τότε μάλλον πρέπει να κάνουμε μια κουβέντα.

H ταινία αυτή είναι τόσο πολυεπίπεδη που δε σε αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό. Φυσικά και φαίνεται αρχικά σαν ακόμα μια κωμωδία από το ράφι με τα chick-flicks αλλά με τον Bill Murray στο ρόλο του γκρινιάρη, μίζερου και εγωκεντρικού Phil, αυτή η κωμωδία παίρνει άλλη διάσταση. Η διάνοια της «Ημέρας της Μαρμότας» βρίσκεται στην εξέλιξη των ίδιων gags κάθε μέρα που περνάει. Αυτό που ήταν ένα απλό αστείο, επανέρχεται κυκλικά κάθε μέρα διαφορετικό και παρόλο που το περιμένεις, καταφέρνει να σε ξαφνιάσει. Και γελάς, ξανά και ξανά. Όπως τα αστεία της ταινίας εξελίσσονται με την επανάληψη, έτσι και η ταινία αποκαλύπτει την εσωτερική λογική της, την συνοχή και το έξυπνο σενάριό της, όταν τη ξαναδείς.

Τελικά, όταν το αστείο τελειώσει, η «Μέρα της Μαρμότας» είναι η ταινία που θα σε κάνει να αναρωτηθείς: «Τι διαφορετικό είχε η χθεσινή μου μέρα από την σημερινή;» και τότε, με αποφασιστικότητα, παίρνεις το κώλο σου από τον καναπέ και ορμάς ξέφρενα στο μέλλον απαλλαγμένος από μίζερα συναισθήματα χάρη στη βοήθεια του Phil Connors. Αν τύχει και ξαναστραβωσει κάτι απλά σκέφτεσαι Sonny και Cher να σου τραγουδάνε στις 6 το πρωί: «Babe, I got you babe».

Βίκυ Μοσχονησιώτου

 

The Big Lebowski / 1998 των αδερφών Κοέν

Ο κόσμος χωρίζεται σε δύο τύπους ανθρώπων. Καλοί και κακοί. Ή αλλιώς σε αυτούς που λατρεύουν το "Big Lebowski" και σε όσους όχι. Δεν εννοούμε να τους αρέσει απλά. Κάντε μας τη χάρη...

Στα 20 χρόνια που υπάρχει, τη βλέπω τουλάχιστον 2 φορές το χρόνο, άρα έχω περάσει 80 ώρες ή 3 και κάτι μέρες προσπαθώντας να γίνω σαν τον Dude. Ακούω Creedence, μισώ τους Eagles, ήπια White Russian, πήγα μια φορά στο σούπερ μάρκετ όπως αυτός, έπαιξα μπόουλινγκ (το παιδικό, με την κόρη...).

Εχουν γραφτεί μυριάδες λέξεις, για μια ταινία που δημιούργησε θρησκεία, ξεπέρασε θεσμούς, βραβεία και κριτικούς. Για παράδειγμα τα Οσκαρ δεν έχασαν το κύρος τους -στα δικά μου μάτια- δίνοντας βραβεία σε ατάλαντες σαν την Μπούλοκ, τον Μπρόντι και την Ζελβέγκερ αλλά όταν δεν πήραν πρέφα την ερμηνεία του Μπρίτζες. Και του Μπουσέμι. Και κάθε ηθοποιού στην ταινία. Πολλοί πίστεψαν στον αυτοσχεδιασμό, αλλά όπως συνεχώς λένε οι πρωταγωνιστές και οι 292 φορές που εκστομίζεται η λέξη "Fuck" και οι παραλλαγές της – περισσότερες από το "Scarface"- ήταν όλες στο σενάριο των αδελφών Κοέν...

Κάποιοι τύποι κατούρησαν το χαλί του Dude και κάθε φορά θα φωνάζω, μόνος στο δωμάτιο, «ναι ρε, έδενε ωραία το δωμάτιο». Αλήθεια.

Γιάννης Λυμπέρης

 

Lost In Translation / 2003 της Σοφία Κόπολα

Προσοχή: Ακολουθούν spoilers.

Κάποιοι θα μνημονεύουν για πάντα το «Lost in Translation», λόγω της εναρκτήριας σεκάνς με το διάφανο εσώρουχο και τα οπίσθια της Σκάρλετ. Κάποιοι δεν το θυμούνται καν, γιατί τους πήρε ο ύπνος κατά τη διάρκειά του. Άλλοι το θεωρούν μη αληθοφανές κι αυτό γιατί ο Μπιλ Μάρεϊ δεν την πέφτει στην Σκάρλετ, παρά την κρίση μέση ηλικίας που ταλαιπωρεί τον ήρωά του. Και μια μεγάλη μερίδα κοινού θα είναι πάντα ερωτευμένη με το αθόρυβο κομψοτέχνημα της Σοφία Κόπολα, μαζί τους κι εγώ.

Η αίσθηση ανακούφισης που μου δημιουργούν οι πρώτες νότες του «Just Like Honey» στην αποχαιρετιστήρια σκηνή είναι τέτοια που χρειάζομαι πάντα ένα κουτί χαρτομάντιλα δίπλα. Κι αυτό όχι γιατί δεν μαθαίνουμε ποτέ εάν τελικά θα το πάρει το κορίτσι ο Μπιλ, αλλά γιατί ο μεγαλύτερος εχθρός του σύγχρονου ανθρώπου είναι η μοναξιά μέσα στο πλήθος. Και ο Μπιλ και η Σκάρλετ τη νίκησαν κατά κράτος, χωρίς άσκοπες φλυαρίες, μόνο με το βλέμμα και μερικές ανεπαίσθητες κινήσεις που φωνάζουν «θα είμαι εδώ για σένα».

Xρυσαυγή Πατσάκη

 

High Fidelity / 2000 του Στίβεν Φρίαρς

Πολλοί θα ήθελαν η ζωή τους να είναι ταινία, οι περισσότεροι όμως αρκούμαστε στο να δούμε για λίγες ώρες ιστορίες που μπορούμε να ταυτιστούμε με τους πρωταγωνιστές τους. Ίσως έτσι καταφέρουμε να βρούμε λύση στους δικούς μας προβληματισμούς, και αν όχι, τουλάχιστον η ψυχή μας θα είναι πιο ανάλαφρη όταν τελειώσει η ταινία. Πιστέψτε μας, το “High Fidelity” κάνει όλα αυτά και πολλά παραπάνω, για αυτό και αξίζει να το ονομάσουμε ένα από τα καλύτερα comfort movies όλων των αιώνων. Ναι, αιώνων.

 1. Πρωταγωνιστεί η μουσική: The Velvet Underground, Bob Dylan, The Beta Band, και πολλοί άλλοι. Και ας μη ξεχνάμε τον Jack Black που τραγουδά το αγαπημένο “Let’s Get It On.”

2. Οι γυναίκες που εμφανίζονται: Η πανέμορφη Iben Hjejle, η αισθησιακή Lisa Bonet, η σέξυ Catherine Zeta-Jones, η ευάλωτη Lili Taylor, η Joelle Carter, και φυσικά η ίδια θεά αδερφή του Cusack, Joan Cusack.

3. Οι ξεκαρδιστικές διαφωνίες που εκτυλίσονται στο δισκάδικο του Rob Gordon (John Cusack) μεταξύ του ιδίου, και των φίλων/υπαλλήλων του Barry (Jack Black), και Dick (Todd Louiso). Γενικά, η ταινία τικάρει όλα τα κουτάκια: Θες ειδύλιο; Θες κωμωδία; Θές μία δόση δράματος; Εδώ θα τα βρείς όλα.

4. Οι ατάκες. Ανάμεσα στις αγαπημένες μας συγκαταλέγονται οι εξής: “Books, records, films. These things matter. Call me shallow. It's the fucking truth,” “Did I listen to pop music because I was miserable? Or was I miserable because I listened to pop music?” και φυσικά “What fucking Ian guy?”

5. Το “High Fidelity” μας προσφέρει μία σπάνια κλεφτή ματιά στον εσωτερικό κόσμο των ανδρών, για αυτό και οι γυναίκες είναι δευτερεύουσες. Ο Rob, όπως ο Barry και ο Dick, έχουν αποκτήσει μία σχεδόν αυτιστική σχέση με τη μουσική: η αγάπη για τη μουσική εμφανίζεται σαν ένα σύμπτωμα της ερωτικής απόρριψης.

6. Επιτέλους, άνδρες που δεν συμμορφώνονται με τα Χολλυγουντιανά πρότυπα. Είναι nerds και καμαρώνουν. Πραγματικά, what fucking Ian guy όταν έχεις τον John Cusack;

Φανή Βασιλοπούλου

 

Αnnie Hall / 1977 του Γούντι Άλεν

Σε μία κατηγορία με ταινίες που δεν χορταίνεις να ξαναβλέπεις, θα μπορούσε να μπει όλη η φιλμογραφία του Woody Allen, του ανθρώπου που επηρέασε καθοριστικά το είδος της αμερικανικής κωμωδίας, αποκτώντας εκατοντάδες επίδοξους μιμητές, από τον μαύρο Woody Allen, όπως αποκαλούσαν στην αρχή τον Spike Lee,  μέχρι την Greta Gerwig. Χωρίς ο ίδιος να απαρνείται τις επιρροές του, που ξεκινούν από τους αδελφούς Marx και φθάνουν μέχρι τον Bergman, τον Φρόιντ, τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, δημιούργησε το δικό του ύφος, το «γουντιαλενικό». Η 1η ταινία της πιο ώριμης φάσης της καριέρας του, που συμπύκνωσε τις επιρροές του είναι το «Annie Hall» του 1977. Μέχρι τότε ασχολήθηκε κατά κόρον με slapstick κωμωδίες, επηρεασμένες από τους Marx, ενώ με το «Annie Hall» ξεκινάει πιο έντονα ο διάλογος με τον Bergman, και η στροφή στην ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, έχοντας πάντοτε καλογραμμένους γυναικείους χαρακτήρες. Ο Woody κοιτάει το Εγώ του ως Άλλο, μέσα από τον Alvy, διαρρηγνύοντας τα όρια σινεμά και πραγματικότητας, έχοντας μία stand-up λογική επικοινωνίας με το κοινό. Το χιούμορ του Groucho με το οποίο ξεκινάει τον εναρκτήριο μονόλογο της ταινίας, συναντά την εβραϊκότητα του Philip Roth, την μπεργκμανική πρόσληψη της σχέσης, και ποτίζοντάς την με τον νευρωτικό αστισμό και τα φροϋδικά άγχη, παρέδωσε ένα από τα αριστουργήματα του αμερικανικού κινηματογράφου, βραβευμένο με τέσσερα Όσκαρ, το οποίο βλέπεις πάντα με την ίδια ευχαρίστηση, και παρά το ότι θυμάσαι κάθε ατάκα, δεν σταματάς να γελάς με το πλούσιο διαλογικά σενάριο, αν και κατά τον ίδιο, το να είσαι αστείος δεν είναι κανενός η πρώτη επιλογή.

Παύλος Γκουγιάννος

 

Love Actually / 2003 του Ρίτσαρντ Κέρτις

Ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να με θέλγει ιδιαιτέρως η ιδέα της επιστροφής σε ταινίες που έχω ήδη δει, όπως κάνουν πολλοί λάτρεις του κινηματογράφου. Ποτέ δεν μάθαινα απ’ έξω σκηνές ή διαλόγους. Σπανίως ένιωθα την ανάγκη να επιστρέφω σε ταινίες, γιατί ήξερα πως υπάρχουν τόσα κινηματογραφικά εκεί έξω, που ίσως να μην προλάβω ποτέ στη σύντομή ζωή μου να τα δω.

Όταν όμως έρχονται τα Χριστούγεννα, τότε έρχεται στην επιφάνεια μία από τις σπάνιες αγαπημένες ταινίες μου, που μπορεί να χαρακτηριστεί και χριστουγεννιάτικη comfort movie. Γιατί, τι άλλο μπορεί να ζητήσει για μία από τις πιο ξεχωριστές γιορτές, από λίγη δόση βρετανικού χιούμορ, γλυκιάς ρομαντικής ιστορίας και ένα εξαιρετικό καστ, που απαρτίζεται από ονόματα όπως Colin Firth, Liam Neeson, Emma Thompson, Bill Nighy, Martin Freeman και Keira Klinghtley;

Η ζωή οκτώ πολύ διαφορετικών ζευγαριών αναπτύσσεται καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, με ελαφρώς συνδεδεμένες ιστορίες, περίπου ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα, ως και την γιορτινή μέρα, στο Λονδίνο.

Ε, ναι, λοιπόν. Εάν θέλετε να επιστρέψετε σε ιστορίες βγαλμένες από τη ζωή, διανθισμένες από μπόλικο ρομαντισμό και ισχυρή δόση βρετανικής προφοράς και χιούμορ, τότε πρέπει το Love Actually του Richard Curtis να σας συντροφεύει πάντοτε μετά το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι – ή και μέσα στο χρόνο, όταν νιώθετε πως σας λείπει λιγάκι αυτός ο ρομαντικός που φθίνει, μα δεν εκπνέει.

Χριστίνα Καλογεροπούλου

 

Mean Girls / 2004 του Μαρκ Ουότερς

Το 2004 έκανε πρεμιέρα το Mean Girls, ταινία σταθμός στην pop κουλτούρα, ταινία που οι φανατικοί της φαν την βλέπουν ξανά και ξανά. Βασισμένο στο βιβλιο της  Rosalind Wiseman και σε σενάριο της Tina Fey, το Mean Girls εξιστορεί την ιστορία της Cady (Lindsay Lohan) που ζούσε για χρόνια στην Αφρική και καλείται να πάει για πρώτη φορά στο σχολείο όταν είναι πια στο λύκειο και μαζί με την οικογένεια της επιστρέφουν στην Αμερική. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπη με τις “κλίκες” του σχολείου και θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί. Με διαλόγους έξυπνους και εξαιρετικά quotable το Mean Girls σατιρίζει με καυστικό τρόπο την μικρή κοινωνία των Αμερικάνικων λυκείων, ενώ γίνεται πιο αστείο κάθε φορά που το βλέπει κανείς.

Μερικοί ονομάζουν ταινίες όπως το Mean Girls guilty pleasure, ταινίες δηλαδή που σχεδόν ντρέπεται κανείς που τις απολαμβάνει. Παρ’ όλα αυτά το φανταστικό χιούμορ που διέπει την ταινία δεν έχει τίποτα το ένοχο. είναι απλά so fetch.

Μυρτώ Νίκα

 

A Good Year / 2006 του Ρίντλεϊ Σκοτ

Η υπόθεση αρκετά απλή και κοινή. Ο Μαξ, που κάποτε περνούσε τα καλοκαίρια του στην Γαλλία με τον θείο του Χένρυ μαθαίνοντας για το καλό κρασί και το νόημα της ζωής, έχει μεγαλώσει και απολαμβάνει μία κατά τα φαινόμενα υπέροχη ζωή στο Λονδίνο όντας χρηματιστής και εννοείται πλήρως αποκομμένος από τον θείο του. Όταν όμως ο τελευταίος πεθαίνει, ο Μαξ κληρονομεί το σπίτι και τα αμπέλια στην νότια Γαλλική ακτή και χάρη σε αυτά θα βρει και τον έρωτα στο πρόσωπο της Φανύ.

Δεν είναι ότι το “A Good Year” είναι το μοναδικό comfort movie στο οποίο ανατρέχω ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Μαζί με αυτό η λίστα περιλαμβάνει ταινίες δράσης, animation μέχρι κλασσικές γαλλικούρες. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη ταιριάζει περισσότερο ο χαρακτηρισμός “comfort” καθώς η κωμωδία με την νοσταλγία δένουν τόσο ώστε να σου αφήνουν ένα χαμόγελο ικανοποίησης καθόλη την διάρκεια, δίχως να ξεφεύγει συναισθηματικά για να σε βαρύνει. Ο Ράσελ Κρόου εξάλλου μετά από τόσους δραματικούς ρόλους ξέρει να χειρίζεται τις συγκινήσεις και ω του θαύματος του πάει το κωμικό στοιχείο.

Όχι τόσο ρηχή όσο την κατηγόρησαν, όχι τόσο ουσιώδης όσο θα ήθελε, το “A Good Year”  σε τραβάει από τις λεπτομέρειες που συνεχώς σου προβάλλει ο Ρίντλευ Σκοτ: ο Μαξ που διαβάζει Τόμας Μαν δίπλα στην πισίνα, η αναφορά στον “Λόρενς της Αραβίας”, η γαλλική εξοχή με το χρυσαφένιο φως και φυσικά όλο το soundtrack μαζί με το original score. Αναπόφευκτα θα νιώσεις οικεία και δικαιολογημένα θα επιστρέψεις για να θυμηθείς τις κοφτές ατάκες και το παιδιάστικο σενάριο. Όμως έτσι και αλλιώς, δεν χρειάζεσαι κάτι περισσότερο από τις comfort movies.

Mαρία Γκιούλη

ΣΧΟΛΙΑ

Δημοσίευση: 26 Δεκ. 2018, 15:22

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Μεγαλώνοντας με τον Μάικλ Τζάκσον τη δεκαετία του '80,...
31 sec
H σειρά ανθολογίας animation που ανέθεσε το Netflix στον...
2 ώρες
To Netflix συνεχίζει τις συνεργασίες του με αναγνωρισμένους και...
23 ώρες

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Feelgood
34171
Odeon
13062
Tanweer
10558
Weird Wave
7500