Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, η οποία αντλεί έμπνευση από πραγματικά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα και τον βρίσκει να συνεργάζεται για 4η φορά με τον Τομ Χανκς – τον Τζέιμς Στιούαρτ του καιρού μας – συνδυάζει το δικαστικό δράμα χαρακτήρων με το παλιομοδίτικο κατασκοπικό θρίλερ, διαθέτει κάμποσες καλές στιγμές (αυτό έλειπε, για Σπίλμπεργκ μιλάμε!), αλλά μοιάζει να αντλεί τη δύναμή της κυρίως από το “λούσο” της όλης παραγωγής, τη σκηνοθετική ακρίβεια στην αναπαράσταση συγκεκριμένων περιστατικών της χρονικής περιόδου κατά την οποία διαδραματίζεται (τέλη 50's – αρχές 60's) και την αναβίωση του γενικότερου κλίματος της ψυχροπολεμικής παράνοιας που επικρατούσε τότε, παρά από την εξέλιξη της πλοκής.

Μια πλοκή, η οποία βασίζεται σε ένα προσχέδιο του Βρετανού σεναριογράφου Ματ Σάρμαν, το οποίο κατόπιν ανέλαβαν να “γυαλίσουν” οι αδερφοί Κοέν, ξαναγράφοντας κάποιους διαλόγους και εμφυσώντας το χαρακτηριστικό πνευματώδες χιούμορ τους στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα. Από αυτό ευνοείται μεν ο Τομ Χανκς εμπλουτίζοντας την ερμηνεία του, ο Τζέιμς Ντόνοβαν, τον οποίο υποδύεται, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για έναν συνηθισμένο άνθρωπο που βρίσκεται αναπάντεχα στο επίκεντρο της ψυχροπολεμικής κρίσης (αν και δικηγόρος ασφαλιστικής εταιρείας καλείται να διαπραγματευτεί μια ανταλλαγή κατασκόπων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ!), έτσι όπως προσεγγίζεται από το – φλύαρο, εν γένει προβλέψιμο και ανέμπνευστο στη σκιαγράφηση των περιφερειακών χαρακτήρων – σενάριο δεν καταφέρνει ποτέ να μας κερδίσει ολοκληρωτικά ως προσωπικότητα (κι ας πληροφορούμαστε στο φινάλε ότι στα χρόνια που ακολούθησαν εξελίχθηκε σε πρωτοκλασάτο διαπραγματευτή ομήρων με σημαντικές επιτυχίες). Αντιθέτως, εκείνος που κεντρίζει το ενδιαφέρον μας από την πρώτη κιόλας στιγμή είναι ο κατάσκοπος των Σοβιετικών Ρούντολφ Έιμπελ, κι ας γνωρίζουμε ελάχιστα για το ποιόν του, κάτι που πιστώνεται σαφώς στην υποδειγματικά “καλοζυγισμένη” ερμηνεία του Μαρκ Ράιλανς, ενός διακεκριμένου σεξπιρικού ηθοποιού, που μπορεί ήδη να θεωρεί εξασφαλισμένη την υποψηφιότητά του για το Όσκαρ Β' ρόλου. Αναμενόμενα, οι συναντήσεις ανάμεσα στον Ντόνοβαν και τον Έιμπελ, όπου σταδιακά εκδηλώνεται μια αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ τους, συγκαταλέγονται στις πλέον ενδιαφέρουσες στιγμές της ταινίας.

Κι ενώ η ιστορία που παρακολουθούμε περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, δίκες-παρωδίες, κρίσιμες διπλωματικές αντιπαραθέσεις, εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών, καταρρίψεις κατασκοπικών αεροσκαφών, αλλά και εν ψυχρώ εκτελέσεις Ανατολικοβερολινέζων που προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο Τείχος του Βερολίνου (η ανόρθωση του οποίου αναπαριστάται με εντυπωσιακά ρεαλιστικό τρόπο μερικές σκηνές πριν), ο Σπίλμπεργκ δεν καταφέρνει σε κανένα σημείο να μας καθηλώσει, καθώς εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να προβάλλει με κάθε τρόπο τον ιδεαλισμό, την ηθική ακεραιότητα, καθώς και τις διαπραγματευτικές ικανότητες του all-American κεντρικού του ήρωα. Μόνο που οι – ευγενείς, αν μη τι άλλο – προθέσεις του 68χρονου σκηνοθέτη δεν συνάδουν και τόσο με τις σεναριακές εμπνεύσεις των Κοέν, οι οποίοι είναι σα να επιχειρούν να προσδώσουν ένα παράταιρο, υπογείως σατιρικό ύφος στα τεκτενόμενα, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο τελευταίο ημίωρο.

Ως αποτέλεσμα, το “Bridge of Spies” καταλήγει να αποτελεί μια ακόμη απόδειξη πως ο Σπίλμπεργκ διανύει μια παρατεταμένη περίοδο ντεφορμαρίσματος τα τελευταία χρόνια.

Υπόθεση: Πρόκειται για την ιστορία του Τζέιμς Ντόνοβαν, ενός δικηγόρου από το Μπρούκλιν που βρίσκεται στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου όταν η CIA τον στέλνει σε μια σχεδόν αδύνατη αποστολή για την διαπραγμάτευση της απελευθέρωσης ενός κρατούμενου Αμερικανού πιλότου.

 

Δημοσίευση: 26 Νοε. 2015, 13:07
Τίτλος:
Bridge of spies (Η γέφυρα των κατασκόπων)
Σκηνοθεσία: 
Χώρα: 
Έτος: 
Διάρκεια: 
141
Εταιρία διανομής: 
Release: 
26 Νοεμβρίου 2015
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ