Σύνοψη: Ο Ulysses, ένας ήσυχος αναπληρωτής σερίφης με δύσκολο παρελθόν, μετακομίζει σε μια μικρή, φαινομενικά ήσυχη πόλη της αμερικανικής ενδοχώρας για να πάρει μια «ανάσα» από προσωπικά και ηθικά τραύματα.
Όταν όμως μια αποτυχημένη ληστεία τράπεζας διακόπτει την ηρεμία, ένα σκοτεινό μυστικό βγαίνει κατά λάθος στην επιφάνεια και ο σερίφης ανακαλύπτει πως η πόλη Normal μόνο «normal» δεν είναι.
Άποψη: Το “Normal” ξεκινά σαν μια quirky ιστορία μικρής πόλης και καταλήγει σε ένα εκκωφαντικό χάος γεμάτο σφαίρες, εκρήξεις και μαύρο χιούμορ. Ο Μπομπ Όντενκερκ πρωταγωνιστεί σε ένα φιλμ που δεν ξέρει πάντα τι θέλει να είναι — αλλά ξέρει σίγουρα πώς να βαράει δυνατά και 100% δεν είναι... νορμάλ. .
Ο ήρωάς μας φτάνει στο Normal της Μινεσότα για μια προσωρινή αποστολή, με την ειλικρινή ελπίδα ότι τίποτα δεν θα συμβεί. Πράγμα αδύνατο, φυσικά, γιατί στον πρόλογο στο Τόκιο έχουμε ήδη παρακολουθήσει δύο Γιακούζα σε τελετουργία αποκοπής δακτύλου που καταλήγει με τον έναν να εξορίζεται — μαντέψτε πού.

Ο σκηνοθέτης Μπεν Γουίτλι επιστρέφει στο είδος που ξέρει καλά: χαοτικό, υπερβολικό action με δόσεις μαύρης κωμωδίας. Ο Γουίτλι έχει μια παράδοση στα gonzo θρίλερ δράσης, από το μακάβριο Kill List μέχρι το ιλιγγιώδες πιστολίδι του Free Fire, αν τα έχεις δει, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις: πολύς θόρυβος, πολλή βία και χαρακτήρες που δεν είναι ακριβώς ιδιοφυΐες. Αφού έκανε κάποιες βόλτες σε λιγότερο άνετα εδάφη, όπως ένα reboot του Rebecca και μια ταινία με Γιγαντιαίο Καρχαρία (Meg 2), επιστρέφει σε γνώριμα λημέρια. Εδώ, η απληστία μετατρέπει τους συνηθισμένους ανθρώπους σε μαινόμενους δολοφόνους.
Το “Normal” αργεί λίγο να βρει τον ρυθμό του. Για ένα διάστημα, παίζει με την ιδέα της «παράξενης μικρής πόλης» — οι κάτοικοι είναι φιλικοί αλλά κάτι δεν πάει καλά. Και μετά, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση, όλα εκρήγνυνται. Κυριολεκτικά. Μόλις ξεκινήσει η δράση, δεν σταματά. Πυροβολισμοί, εκρήξεις, σώματα που πετάγονται στον αέρα — το φιλμ μετατρέπεται σε ένα ασταμάτητο rollercoaster.
Οι χαρακτήρες δεν είναι ιδιαίτερα "πλούσιοι", αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφέρει κανέναν. Υπάρχει μια γενικότερη διάθεση «ας το απολαύσουμε» που λειτουργεί — μέχρι ενός σημείου. Το χιούμορ είναι hit or miss. Κάποιες ατάκες πετυχαίνουν, άλλες πέφτουν στο κενό. Η σκηνή στο μπαρ με τα εκατοντάδες όπλα είναι χαρακτηριστική: όταν ο Όντενκερκ ρωτά αν είναι γεμάτα και παίρνει την απάντηση «Δεν θα είχε και πολύ πλάκα αν δεν ήταν», καταλαβαίνεις ακριβώς τι είδους ταινία βλέπεις. Το σενάριο παίζει με ιδέες για την αμερικανική κοινωνία — την εμμονή με τα όπλα, την οικονομική στασιμότητα, την καχυποψία — αλλά δεν κάθεται να τις αναλύσει. Και μάλλον καλά κάνει, γιατί δεν υπάρχει χρόνος για πολλά όταν πέφτουν τόσες σφαίρες.

Ο Όντενκερκ είναι, όπως πάντα, αξιόπιστος. Δεν προσπαθεί να γίνει action hero με τον παραδοσιακό τρόπο — και αυτό είναι μέρος της γοητείας του. Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό στο να τον βλέπεις να προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε όλο αυτό το χάος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας είναι ότι, μετά από ένα σημείο, όλα αρχίζουν να μοιάζουν ίδια. Όταν κάθε σκηνή είναι έντονη, καμία δεν ξεχωρίζει. Το φινάλε έρχεται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις — όχι γιατί είναι κακό, αλλά γιατί έχεις ήδη δει τόσα πολλά που δεν υπάρχει χώρος για κάτι «μεγαλύτερο». Παρόλα αυτά, το “Normal” είναι διασκεδαστικό. Είναι θορυβώδες, χαοτικό και κάπως ανόητο — αλλά το ξέρει και δεν προσπαθεί να το κρύψει.
Δεν είναι ταινία που θα θυμάσαι για καιρό. Αλλά για δύο ώρες, κάνει αυτό που υπόσχεται. Aν γουστάρεις John Wick & Nobody, εδώ είσαι.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων