Σύνοψη: 1957, Βουδαπέστη. Μετά την εξέγερση ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς, ένα νεαρό εβραιόπουλο, ο Andor, μεγαλωμένος από τη μητέρα του με εξιδανικευμένες ιστορίες για τον «νεκρό» πατέρα του, βλέπει τον κόσμο του να ανατρέπεται όταν ένας άντρας εμφανίζεται, ισχυριζόμενος πως είναι ο πραγματικός του πατέρας…
Άποψη: Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα φιλμ με την ίδια σκηνοθετική μαεστρία και παρόμοιο αντίκτυπο με τον συγκλονιστικό “Γιο του Σαούλ”, ωστόσο η νέα δουλειά του László Nemes
Χάρη στη, για μια ακόμη φορά, πραγματικά εξαιρετική φωτογραφία του σταθερού συνεργάτη του Nemes, Mátyás Erdély (

Το σενάριο ίσως να ήθελε μια καλύτερη επεξεργασία, από την άποψη ότι υπάρχει μια ροπή προς έναν επιδερμικό εντυπωσιασμό μέσω του σοκ που θα περίμενε κανείς από έναν ανερχόμενο κινηματογραφιστή, όχι από κάποιον που έχει καταξιωθεί στον χώρο του από την πρώτη του κιόλας ταινία. Κάποιοι συμβολισμοί επίσης θα μπορούσαν να είναι λιγότερο προφανείς, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον παραλληλισμό του αυταρχικού Mihály με την πολιτική κατάσταση στην Ουγγαρία εντός του χρονικού πλαισίου της ιστορίας.
Ξεχωρίζουν πάντως αρκετές δυνατές σκηνές, οι περισσότερες εξ αυτών στο δεύτερο μισό, που επιβεβαιώνουν τις ικανότητες του δημιουργού που βρίσκεται πίσω από την κάμερα. Ενώ και ο ψυχισμός του μικρού Andor αποδίδεται με μια αληθοφάνεια, χωρίς την τάση να φιλτράρονται οι πιο δυσάρεστες πτυχές της παιδικής νοοτροπίας ώστε να χρυσώνεται το χάπι για μια μερίδα του κοινού, όπως συμβαίνει συχνά σε πιο mainstream κινηματογραφικά εγχειρήματα.
Παρατηρώντας το σύνολο, δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι, περισσότερο ακόμη και από τον μικρό Bojtorján Barabas, ο ηθοποιός που δίνει ουσιαστικά τον παλμό του στο δράμα είναι ο Grégory Gadebois, πραγματικά σαρωτικός στο ρόλο μιας πατρικής φιγούρας με πολύ σκοτάδι μέσα της, το οποίο δεν διστάζει να εξωτερικεύει με μια σειρά βίαιων ενεργειών.

Ίσως η έμφαση του Nemes γύρω από τον χαρακτήρα να επισκιάζει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες του υπόλοιπου καστ, σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για μια ερμηνεία εντυπωσιακής βιρτουοζιτέ.
Παρότι πρόκειται σίγουρα για ένα προσωπικό στοίχημα για τον σκηνοθέτη του, καθώς μεταφέρει εν μέρει βιώματα του πατέρα του στο πανί (δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία “ανεβάζει” στροφές όταν ξεφεύγει από την πολιτική ανάλυση, που επικρατεί κυρίως στο πρώτο μισό, και πάει προς την κατεύθυνση της ψυχολογίας, όσον αφορά τους ήρωες), το “Χωρίς Πατέρα” δεν είναι τόσο καλλιτεχνικά “εκρηκτικό” όσο θα όφειλε να είναι.
Κρατάει μεν την προσοχή αμείωτη για μια αρκετά μεγάλη χρονική διάρκεια, κυρίως μέσω μιας έντασης που πότε είναι πιο υποδόρια και πότε εκδηλώνεται άμεσα, αλλά ήθελε και κάτι παραπάνω για να είναι μια όντως αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων