Σύνοψη: Το φθινόπωρο του 1943, η 26χρονη Ρόζα φεύγει από το Βερολίνο για να πάει σε ένα χωριό της Ανατολικής Πρωσίας και να μείνει με τους γονείς του συζύγου της, ο οποίος πολεμά στο ρωσικό μέτωπο.
Σύντομα, θα γίνει μέλος μιας επίλεκτης ομάδας γυναικών της περιοχής με μια πολύ σημαντική αποστολή: να δοκιμάζουν κάθε μέρα τα γεύματα που προορίζονταν για τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την περίοδο στο αρχηγείο των Ναζί που είχε στηθεί στην περιοχή. Σκοπός της αποστολής ήταν να αποτραπεί τυχόν απόπειρα δηλητηρίασης του Φύρερ.
Γνώμη: Το 2012 η Γερμανίδα Μάργκοτ Βολκ μοιράστηκε, λίγο πριν πεθάνει, τη συγκλονιστική ιστορία της νιότης της. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μία από τις γυναίκες που επιλέχθηκαν για να δοκιμάζουν τα γεύματα που προορίζονταν για τον Αδόλφο Χίτλερ, όσο εκείνος βρισκόταν στο Λημέρι του Λύκου, το μυστικό καταφύγιο των Ναζί στην επαρχία της Ανατολικής Πρωσίας.

Στη μαρτυρία της Μάργκοτ Βολκ βασίστηκε η συγγραφέας Ροζέλα Ποστορίνο για το μυθιστόρημα “At the Wolf’s Lair” (το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο “Οι Γευσιγνώστριες”), το οποίο μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο Ιταλός Σίλβιο Σολντίνι (“Days & Clouds”) στο “Οι Δοκιμάστριες”.
Κι ενώ θα μπορούσε με το υλικό που έχει στα χέρια του να έφτιαχνε ένα ιστορικό δράμα που θα άφηνε μια πιο δυνατή επίγευση, δυστυχώς ακολουθεί την safe προσέγγιση, χωρίς να παίρνει σκηνοθετικά ή αφηγηματικά ρίσκα που θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν το είδος που υπηρετεί εδώ και να δώσουν μεγαλύτερο βάθος τόσο στην πρωταγωνίστριά του, τη νεαρή Ρόζα, η οποία πρέπει να διαχειριστεί την απουσία του συζύγου της ενώ ταυτόχρονα κάθε μέρα είναι αναγκασμένη να τρώει γεύματα που ενδέχεται να έχουν δηλητηριαστεί, όσο και στις υπόλοιπες γυναίκες που την πλαισιώνουν.
Αντ’ αυτό, γίνεται μια παρέλαση από χαρακτήρες που δεν αναπτύσσονται επαρκώς ώστε να ξεφύγουν από στερεότυπα του τύπου “ο πολύ κακός Ναζί”, “η αθώα νέα που είναι ερωτευμένη με τον Χίτλερ”, “η όχι και τόσο αθώα νέα που μάλλον αμφισβητεί το καθεστώς”, κ.ο.κ.

Ίσως φταίει το ότι οι ταινίες με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ειδικά οτιδήποτε αφορά τους Ναζί, έχουν πλέον φτάσει σε έναν βαθμό κορεσμού που δύσκολα μπορούν να συγκινήσουν βαθιά το κοινό που έχει εξοικειωθεί πλέον με τη “γλώσσα” τους.
Όμως, εμφανίζονται μία στο τόσο διαμάντια, όπως π.χ. “Ο Γιος του Σαούλ” (2015) του Λάζλο Νέμες ή “Η Ζώνη του Ενδιαφέροντος” (2023) του Τζόναθαν Γκλέιζερ που τολμούν να κοιτάξουν τη φρίκη με εμπνευσμένη ματιά που έχει το εφέ “γροθιά στο στομάχι” που οφείλουν να έχουν ταινίες τέτοιας θεματολόγιας.
Δυστυχώς, στις “Δοκιμάστριες” ο Σολντίνι δεν τόλμησε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό που θα μπορούσε να ανεβάσει την ταινία του στο επίπεδο των προαναφερθέντων παραδειγμάτων.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων