Aνάλυση: Κινηματογραφικό trash και "Τρόμος στο πάρτι της ακρογιαλιάς"
Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ. Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, το "Horror of Party Beach"/1964, του Del Tenney.
ΣΧΕΤΙΚΑAνάλυση: «Η κόρη του Ρέμπραντ». Προσποίηση και ψευδαίσθηση
Η κατηγορία του κινηματογραφικού trash έχει τα τελευταία χρόνια δεχθεί μια πραγματική αισθητική αναβάθμιση. Χαρακτηριστικά είναι, ως προς αυτό, τα ονόματα του Ισπανού Jess Franco, του Γάλλου Jean Rolin ή του Αμερικάνου Russ Meyer, ενδεικτικά αυτής της μερικής αλλαγής του κριτικού κλίματος. Η Αμερικάνικη κινηματογραφία κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, χάρη και στις δυνατότητες που παρείχε το δευτερεύον κύκλωμα διανομής (B-movies και Drive-Ins) υπήρξε το θεμέλιο αυτού του παράλληλου κυκλώματος παραγωγής το οποίο έδωσε ευκαιρία και βήμα σε νέους δημιουργούς να εκφρασθούν. Ο Roger Corman ως σκηνοθέτης αλλά, κυρίως, ως παραγωγός είναι μια παραδειγματική μορφή της εκχώρησης δημιουργικής ευκαιρίας σε όσους δεν μπορούσαν άμεσα να ενταχθούν στο πρωτεύον πλαίσιο παραγωγής ταινιών (τα μεγάλα studios του Χόλυγουντ). Ονόματα όπως ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και ο Τζακ Νίκολσον ξεκίνησαν την καλλιτεχνική τους καριέρα κοντά στον Corman.

Ανάμεσα στις ταινίες που ξεχώρισαν, καθ’ όλη την πορεία του trash κινηματογράφου, στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη, οφείλουμε να αναφέρουμε και το φιλμ «Τρόμος στο πάρτι της ακρογιαλιάς» (Horror of Party Beach, 1964, του Del Tenney). Το έργο μοιάζει να συμπυκνώνει μια σειρά από θέματα που κυριάρχησαν στην πνευματική και ψυχική κατάσταση των ανθρώπων μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πόλεμου, όπως ο τεχνολογικός τρόμος (κίνδυνοι από την ατομική ενέργεια), η προτεσταντική αντίληψη για το καλό και το κακό, ο φόβος μπροστά στην ελευθεριότητα των ηθών, στον κίνδυνο των καταχρήσεων, στην ανεξαρτησία των γυναικών, η ανάγκη προσαρμογής σε μια νέα συνθήκη συνύπαρξης στις φιλικές και ερωτικές σχέσεις, οι φυλετικές σχέσεις, το πρόβλημα των Αφρο-Αμερικανών, κ.ά. Βέβαια, όλα αυτά δεν τυγχάνουν κάποιας αναλυτικής πραγμάτευσης αλλά παραμένουν, λίγο-πολύ, στο επίπεδο μιας εντυπωσιοκρατίας. Κι έτσι όμως, η δειγματοληψία των κοινωνικών διαφερόντων της εποχής είναι αρκετά σημαντική για όποιον θα ήθελε να σκιαγραφήσει το πνεύμα εκείνων των καιρών.
Μεγάλη κριτική έχουν δεχθεί τα «τέρατα» της ταινίας ως μη-ρεαλιστικά, κακοφτιαγμένα ή προχειροφτιαγμένα, ως καρικατούρες μάλλον παρά ως μορφές ικανές να εμπνέουν τον τρόμο. Ίσως αυτή η άποψη να εκφράζει μια ορθότητα απέναντι στο είδος των ταινιών τρόμου, δεν στερεί ωστόσο το αισθητικό ενδιαφέρον των εν λόγω μορφών. Τα συγκεκριμένα τέρατα, που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί από κομμάτια χαρτονιού και μάσκες τις οποίες αγοράζει κανείς σε μαγαζιά παιχνιδιών, έχουν μια κάποια συγγένεια με το είδος των μορφών που συναντούμε στην Art brut. Ο όρος Art brut οφείλεται στον Γάλλο ζωγράφο και γλύπτη Jean Dubuffet (1901-1985) και σημαίνει την ακατέργαστη, ανεπεξέργαστη τέχνη, εκείνη η οποία δεν υποτάσσεται σε ακαδημαϊκούς ή άλλους κανόνες καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συνήθως, την τέχνη αυτή ασκούν άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν άμεση σχέση με το πεδίο της καλλιτεχνικής και αισθητικής παραγωγής, ψυχιατρικοί ασθενείς, φυλακισμένοι, αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες. Η τέχνη που παράγεται, έτσι, βασίζεται στις ιδιάζουσες νοητικές εικόνες και την πιεζόμενη κοινωνική κατάσταση των καλλιτεχνών των οποίων, έτσι, το έργο προσιδιάζει κάπως στις προδιαγραφές του είδους των ταινιών τρόμου.

Η διαφορά είναι, βέβαια, ότι η Art brut δεν επιζητεί κάποια ρεαλιστική αναφορά ώστε να αναδειχθεί καλύτερα το στοιχείο του μεταφυσικού φόβου όπως γίνεται στις ταινίες. Το ύφος που εμπνέει την Art brut είναι, μάλλον, το ονειρικό, ακόμη ο φόβος του κενού στον αναπαραστατικό χώρο και η άμεση απόδοση των ψυχικών ωθήσεων χωρίς τεχνικές προδιαγραφές ή παραπομπές σε κάποια κανονικότητα της πρόσληψης. Η σύγκριση με την τέχνη που παράγουν τα παιδιά, στα σκίτσα και τις ζωγραφιές τους, δεν φοβίζει την Art brut, αντίθετα αυτή την επιζητεί και την επικυρώνει, καθώς τη θεωρεί αρχετυπική ως προς την καλλιτεχνική δημιουργία.
Η σχέση με την τέχνη δεν μοιάζει τυχαία στην παρούσα ταινία, καθώς ο φακός του Tenney δεν παραλείπει να περάσει μπροστά από το μουσείο Γκουγκενχάιμ και το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Τέλος, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε παρόμοιες ταινίες trash διακρίνουμε μια κάποια επιστροφή στο πνεύμα του βωβού κινηματογράφου.
Γιώργος Αραμπατζής
Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων