Σύνοψη: Ο Ας (Ριζ Άχμεντ), είναι ένας κορυφαίος μεσολαβητής που ειδικεύεται στη διαπραγμάτευση επικερδών συμφωνιών μεταξύ διεφθαρμένων εταιρειών και ατόμων που απειλούν να τις καταστρέψουν. Κρατά την ταυτότητά του μυστική και ακολουθεί πάντα ένα αυστηρό σύνολο κανόνων.
Όμως, όταν μια μέρα λαμβάνει ένα μήνυμα από μια πιθανή πελάτισσα (Λίλι Τζέιμς), που χρειάζεται την προστασία του απλώς για να παραμείνει ζωντανή, οι κανόνες αρχίζουν γρήγορα να αλλάζουν.
Άποψη: Ο Ντέιβιντ ΜακΚένζι επιστρέφει με το Relay, μια ταινία που τολμά να ξαναγράψει τον κώδικα του σύγχρονου paranoid thriller, αντλώντας τόσο από την κλασική κινηματογραφία των 70s όσο και από την πιο πρόσφατη τηλεοπτική αφήγηση. Από τα πρώτα λεπτά γίνεται σαφές ότι βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία, η παρακολούθηση και η ανωνυμία δεν είναι μόνο εργαλεία πλοκής αλλά και θεματικά μοτίβα που καθορίζουν την εμπειρία του θεατή.

Από την πρώτη κιόλας σκηνή μέχρι το τελευταίο ανατρεπτικό γύρισμα, το Relay μοιάζει με άσκηση πάνω σε έναν κλασικό κινηματογραφικό μύθο: τον άνθρωπο που προσπαθεί να παραμείνει αόρατος σε έναν κόσμο υπερ-διαφάνειας. Η ταινία τοποθετεί τον Ash στο κέντρο μιας παράδοσης που ξεκινά από τα πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του ’70 —The Conversation, Three Days of the Condor— και φτάνει μέχρι τον Michael Clayton. Η διαφορά είναι ότι εδώ ο ήρωας δεν είναι ούτε δικηγόρος ούτε ντετέκτιβ, αλλά ένας περιθωριοποιημένος «διαμεσολαβητής» που δρα μόνο μέσα από ένα εργαλείο σχεδιασμένο για κωφούς: την υπηρεσία Relay. Η μεθόδευση του Mackenzie είναι απλή αλλά βαθιά: κάθε λέξη περνά μέσα από τη φωνή κάποιου άλλου, κάθε μήνυμα είναι ήδη μετάφραση.
Η φιγούρα του Ash λειτουργεί σαν αλληγορία της σύγχρονης μοναξιάς. Ο Αχμέντ τον υποδύεται με έναν συνδυασμό εσωτερικής έντασης και αμήχανης ευθραυστότητας. Το γεγονός ότι είναι Μουσουλμάνος, πρώην αλκοολικός και τώρα σχεδόν άφαντος στο κοινωνικό σύνολο, αναδεικνύει τη θέση του outsider. Είναι ένας «παλαιάς κοπής» χαρακτήρας σε έναν ψηφιακό κόσμο, που όμως ξέρει να χειρίζεται την αορατότητά του. Δεν έχει φωνή — κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η Relay μιλάει γι’ αυτόν. Κι έτσι, το σινεμά του ΜακΚένζι μας θυμίζει ότι ο ήρωας του 21ου αιώνα δεν είναι εκείνος που υψώνει το ανάστημά του, αλλά εκείνος που επιβιώνει στις ρωγμές των συστημάτων.

Το Relay δεν φοβάται να παίξει με τις προσδοκίες του είδους. Στην πρώτη ώρα, η σκηνοθεσία είναι συναρπαστικά αυστηρή, η οικονομία του είναι στιβαρή, το μοντάζ ουσιαστικό, η εστίαση είναι σχεδόν αφαιρετική: τηλεφωνικές συνομιλίες, βουβές σκηνές με τον Ash να πληκτρολογεί, η Νέα Υόρκη που βουίζει στο background. Ο ΜακΚένζι χρησιμοποιεί την πόλη σαν καλειδοσκόπιο μοναξιάς. Η γεωγραφική πιστότητα —οι πραγματικές τοποθεσίες, η αίσθηση ότι βρισκόμαστε πράγματι στο κέντρο του Times Square ή στο Town Hall— προσδίδουν μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αυθεντικότητα. Κι όμως, όσο ρεαλιστικό είναι το περιβάλλον, τόσο μυθική παραμένει η φιγούρα του Ash. Το ηχητικό τοπίο, με τις επικαλύψεις διαλόγων, δημιουργεί ένα αίσθημα σύγχυσης που ωστόσο ποτέ δεν ξεφεύγει από τον έλεγχο — μια σπάνια ισορροπία που ενισχύει το αίσθημα παρακολούθησης και ο αγαπημένος δημιουργός των "Hell or high water", "Starred up", "Perfect sense" καταφέρνει να κρατήσει το φιλμ σε μια διαρκή ένταση ανάμεσα στο «χειροποίητο» θρίλερ και στην υπαρξιακή αλληγορία.
Η ταινία βρίσκει την πιο συγκινητική της διάσταση στη σιωπή ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκεί βρίσκεται η πολιτική δύναμη του Relay: δεν είναι μόνο ένα θρίλερ με καταδιώξεις και ίντριγκα, αλλά μια αντανάκλαση της εποχής, μια μελέτη πάνω στο πώς η επικοινωνία γίνεται εμπόρευμα και η αλήθεια αντικείμενο διαπραγμάτευσης.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων