Σύνοψη: Η Εύα είναι 25 χρόνια παντρεμένη με τον Βικτόρ. Μαζί έχουν αποκτήσει δύο παιδιά και φαινομενικά είναι καλά μεταξύ τους, μέχρι που εκείνη αποφασίζει να τον χωρίσει, γιατί θέλει «να ξανανιώσει το συναίσθημα του έρωτα», κάτι που θεωρεί πως έχει εκλείψει από τον γάμο της.
Άποψη: Είναι ομολογουμένως πολύ δύσκολο για μια εταιρεία διανομής να «πουλήσει» μια rom com δίχως… rom, όπου το απτό ερωτικό στοιχείο υποκαθίσταται στο μεγαλύτερο μέρος από την επιθυμία εμφάνισής του, από έναν ευσεβή πόθο δηλαδή παρά από μια υπαρκτή ρομαντική ιστορία.
Από αυτήν την άποψη δικαιολογείται το ελαφρύ “cheating” στην ελληνική απόδοση του πρωτότυπου ισπανικού τίτλου (Mi amiga Eva = Η φίλη μου η Εύα), παρόλα αυτά προϊδεάζει τον θεατή για μια εντελώς διαφορετική ταινία. Εάν λοιπόν – ορθώς – το μυαλό σας στο άκουσμα του τίτλου πηγαίνει σε ρομαντικές βόλτες με φόντο κάποιο fancy αρχιτεκτόνημα του Γκαουντί, θα χρειαστεί να κάνετε μια αναπροσαρμογή των προσδοκιών σας.

Ο Σεσκ Γκάι (Αυτά που δε λέγονται), σε σενάριο του ίδιου μαζί με τον Εντουάρντ Σόλα, δημιουργεί ένα «στριφνό» οδοιπορικό για την ηρωίδα του, με ενδιάμεσους σταθμούς τις κάθε λογής προκλήσεις που ενέχει το dating μετά την εμμηνόπαυση. Ένα αντι – rom com της δυσφορίας και της ματαίωσης, της απουσίας «βολέματος» και ερωτικών πυροτεχνημάτων, αλλά ταυτόχρονα και της αυτοανακάλυψης, της επανεπινόησης του (σχεσιακού) εαυτού.
Μια μετ’εμποδίων κούρσα προς το ερωτικό σκίρτημα της «ωριμότητας», η οποία ελίσσεται σχετικά μη προβλέψιμα, δίνοντάς μας να καταλάβουμε πως στην πραγματικότητα παρακολουθούμε ένα φιλμ πάνω στην έννοια της προσδοκίας: τι προσδοκά μια μεσήλικη γυναίκα από τον εαυτό της σε επίπεδο ερωτικής ζωής και τι οι γύρω της (σύζυγος, φίλοι, συγγενείς) ; Πώς μπορείς να χαράξεις μια πραγματικά αυτόνομη πορεία επιλογών και ρήξεων σ’ένα περιβάλλον οριοθετημένων κοινωνικών ρόλων, έτοιμων να «φορεθούν» κομφορμιστικά από σένα;
Υπάρχει κάτι το κατασκευαστικά ενδιαφέρον στο Έρωτας στη Βαρκελώνη, το οποίο την ίδια στιγμή ενδέχεται να απογοητεύσει μερίδα του κοινού: η ιστορία της Εύας δίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος δίχως εξάρσεις, μακριά από δραματικές κορυφώσεις, ως άθροισμα μιας ήσυχης ροής από βινιέτες της ζωής της.
Δεν υπάρχει τίποτα που να φωνάζει πως ο συγκεκριμένος χαρακτήρας πραγματώνει κάποιου είδους φεμινιστική επανάσταση. Κατανοούμε από την απορία και την αμηχανία του περίγυρού της πως η στάση της αντιβαίνει ορισμένα κοινωνικά στερεότυπα, εντούτοις κάθε αντίδραση (τόσο δική της όσο και των άλλων) σημειώνεται με μια ηπιότητα και μια ευγένεια που – επιτέλους – φυσικοποιεί το δικαίωμα κάποιου να ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή για τον εαυτό του.

Η Εύα ποτέ δε γίνεται αντιπαθής, δεν υποπίπτει σε τίποτα «μεμπτό», δεν απιστεί ούτε κοροϊδεύει κανέναν. Απλώς γνωστοποιεί με ειλικρίνεια την συναισθηματική της κατάσταση κι επωμίζεται το κόστος των επιλογών της – κόντρα στη σύγχρονη τάση του σινεμά για ηρωίδες που γίνονται δυσάρεστες, προκειμένου να σπάσουν τα έμφυλα στερεότυπα της γυναικείας γλυκύτητας και υποχωρητικότητας.
Δε σημαίνει πως η (σε στιγμές αντιπαθητική) Τζούλι π.χ. του The worst person in the world καθιστά την ταινία του Τρίερ χειρότερη από το Έρωτας στη Βαρκελώνη – κάθε άλλο. Έχει, ωστόσο, ενδιαφέρον η εδώ αποδραματοποιημένη, κομψή πορεία της πρωταγωνίστριας προς την προσωπική ευτυχία.
Κι αν το φινάλε της ταινίας ξενίσει όσους είχαν ευχαρίστως αποδεχτεί το είδος της ιστορίας που παρακολουθούν, κατά τη γνώμη μας δεν τίθεται θέμα ασυνέπειας τόνου. Ίσως αυτό γινόταν περισσότερο κατανοητό, εάν η τελευταία σκηνή (όπου και ακούγεται τελικά η ατάκα – τίτλος «Η φίλη μου η Εύα») ντυνόταν με μουσική υπόκρουση από το Μπρανκαλεόνε του Παυλίδη, και συγκεκριμένα με το δίστιχο «Καμιά φορά αν θες να βρεις το δρόμο σου, πρέπει τουλάχιστον να έχεις βγει στο δρόμο»



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων