Σύνοψη: Βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Στίβεν Κινγκ, η ζωή του Τσαρλς «Τσακ» Κραντζ παρουσιάζεται μέσα από τρία κεφάλαια που τονίζουν το θαύμα της αγάπης, τον πόνο της απώλειας και το ατομικό σύμπαν που πλάθει ο καθένας μας κατά την παρουσία του στη Γη.
Άποψη: Η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Mike Flanagan έξω από τα γνώριμα για τον ίδιο «χωράφια» του τρόμου ίσως να είναι και η καλύτερη ταινία της μέχρι τώρα φιλμογραφίας του, με αξιοσημείωτο συναισθηματικό πλούτο και μια ωριμότητα που δεν είχε φανεί προηγουμένως σε παρόμοια έκταση στον όγκο του έργου του.
Το κεντρικό μήνυμα που γίνεται εντελώς ξεκάθαρο στο φινάλε μοιάζει απλοϊκό εκ πρώτης όψεως («πρέπει να αποδεχτείς την οδύνη για να νιώσεις στον πυρήνα της την ευτυχία»), στην πραγματικότητα όμως δεν είναι, γιατί η εφαρμογή του στη ζωή επιτυγχάνεται μονάχα εμπειρικά και όχι με ασκήσεις επί χάρτου, και σίγουρα όχι με εύκολο τρόπο.

Και αν βάλει κανείς όλα τα γεγονότα της πλοκής σε μια σειρά, είτε καταγράφονται από την κάμερα, είτε λέγονται από τον παντογνώστη αφηγητή του Nick Offerman, είτε απλά υπονοούνται, είναι σαν να σκιαγραφείται κι ένα δεύτερο, συμπληρωματικό νόημα, που φαίνεται να συνοψίζεται σε μια φράση του τύπου «η ουσία της ζωής είναι τα διαλείμματα ευτυχίας μέσα στη δυστυχία». Μπορεί όμως, διατυπώνει ο Flanagan σεναριακά, η αληθινή ουσία να είναι σε εκείνο το μείγμα στιγμών, καλών και κακών, που συνθέτουν ένα πλήρες αφήγημα του εαυτού. Η αλήθεια μπορεί να γίνει τέχνη και το αντίστροφο, κάτι που τονίζεται και στον θαυμάσιο μονόλογο του Mark Hamill για τα μαθηματικά.
Όπως οι εξιστορήσεις του Albie στον μονάκριβο εγγονό του, τον Chuck του τίτλου, έτσι και ο μύθος που ξεδιπλώνεται επί της οθόνης έχει μεγάλη ποσότητα συμπυκνωμένης σοφίας, η οποία ποτέ δεν παίρνει τη μορφή μιας πομπώδους νουθεσίας.
Κάθε ήρωας έχει μια θέση στο σύμπαν που φιλοτεχνείται και η καλοσύνη τείνει να είναι η βάση για τον καθένα τους, τον ρόλο του «κακού» έχει η θνητότητα που είναι αμείλικτη.

Αυτή η τάση ως προς την ωραιοποίηση σε σχέση με τις προσωπικότητες των ηρώων ενδέχεται να αποξενώσει μερικούς, όμως ο Flanagan εδώ είναι σαν να θέλει να ξεπεράσει τον στείρο κυνισμό, να μην είναι απλά κάποιος που θα επαναλάβει τα γνωστά περί ελαττωματικής ανθρώπινης φύσης αλλά να στρέψει την πρόσοχη σε όσα υπερβαίνουν τις συνηθισμένες καθημερινές αλληλεπιδράσεις με τον εκάστοτε περίγυρο.
Η φιλμική παράδοση του αμερικάνικου ιδεαλισμού που πέρασε από πολλά στάδια και αναπροσαρμογές μέσα στις δεκαετίες του 20ου αιώνα, από τον Capra και τον Kramer στον Spielberg, συνδυάζεται με μια μοντέρνα ευαισθησία πιο πρόσφατων δημιουργών όπως ο Kogonada, και αυτό που προκύπτει μπορεί όχι απλά να εκτιμηθεί θετικά, αλλά και να αγαπηθεί από διαφορετικές γενιές θεατών. Είναι σίγουρα μια κινηματογραφική εμπειρία που αφήνει ένα όμορφο αποτύπωμα.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων