Σύνοψη: Όταν ο ηγέτης μιας επικίνδυνης αίρεσης προκαλεί προβλήματα τις αρχές, ένας βετεράνοςστρατιώτης επιστρέφει στο οχυρό που είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν, για να βρει τη χαμένητου σύζυγο και να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τον άνθρωπο που κάποτε ακολουθούσε.
Άποψη: Μια από τις πιο αποκαρδιωτικές εμπειρίες του είδους. Θα ήθελε να είναι μια μελέτη πάνω στη χαρισματική βία, τη λατρεία της προσωπικότητας και το πώς η αμερικανική βιομηχανία στρατολογεί το τραύμα των βετεράνων για θεάματα, τελικά καταντά ένας «αχταρμάς» ατάκτως ερριμμένων σκηνών.

Ο χαρακτηρισμός «ένα κουβάρι μπερδεμένων χωροχρονικών αλμάτων» δεν αρκεί: η ταινία μοιάζει σαν να έχει μονταριστεί από μια μηχανή που προσπαθεί να μιμηθεί το θρίλερ χωρίς ποτέ να καταλαβαίνει τον ρυθμό του.
Ακόμα και το χιούμορ του υποδηλώνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αφήγηση που δεν ξέρει αν θέλει να είναι σοβαρό δράμα ή αυτοσαρκαστικό exploitation.
Οι σκηνές όπου ο Τζέιμι Φοξ τραγουδά γκόσπελ-R&B με τη συνοδεία μπάντας λειτουργούν ως απότοκο μιας βιομηχανίας που συγχέει το κιτς με το βάθος, χωρίς το παραμικρό ίχνος camp ευφυΐας, ενώ Ντε Νίρο και Λεγκουιζάμο μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ρόλους που δεν τους αφήνουν περιθώριο.

Αυτό που θα μπορούσε στην θεωρία να αποτελέσει ψυχολογικό θρίλερ γύρω από την πλύση εγκεφάλου και την προσωπική απώλεια, είναι τελικά μια θολή, κακοφωτισμένη μανιέρα με εκρήξεις και κούφιες φωνές.
Ένα θέαμα που βλέπεις μόνο για να χλευάσεις. Είναι το σύμπτωμα μιας βιομηχανίας που φαντάζεται ότι η σωτηρία βρίσκεται στη συρραφή ονομάτων-σταρ και υπερβολών. Το αποτέλεσμα είναι μια «ανυπόφορη κακοφωνία».














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων