Σύνοψη: Τέσσερις μακρινοί συγγενείς έρχονται κοντά, χάρη στην απροσδόκητη κληρονομιά ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην αγροτική Νορμανδία, και ανακαλύπτουν ότι μοιράζονται μια μυστηριώδη οικογενειακή ιστορία.
Το 1895, η πρόγονός τους, η Αντέλ, τότε 21 ετών, εγκαταλείπει την πόλη της για να αναζητήσει τη μητέρα της στο Παρίσι. Εκεί ανακαλύπτει μια πόλη στα πρόθυρα της νεωτερικότητας, γεμάτη πρωτοποριακή δημιουργικότητα — με την άνοδο της φωτογραφίας και τη γέννηση της ιμπρεσιονιστικής ζωγραφικής. Καθώς οι απόγονοί της ακολουθούν τα βήματά της, ξετυλίγουν το εκπληκτικό παρελθόν της Αντέλ.
Άποψη: Ο καλύτερος τρόπος για να παρακολουθήσει κανείς το νέο φιλμ του Cédric Klapisch είναι να μη δώσει μεγάλη βάση στις επιδερμικές και κάπως προφανείς διαπιστώσεις του σχετικά με τη σύγκριση που κάνει ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν και να αφεθεί σε μια ανασύσταση του Παρισιού του 19ου αιώνα εσκεμμένα παραμυθένια, όπως και σε μια συναισθηματική ειλικρίνεια που έγκειται σε αρκετές σκηνές.

Αν μπορούσε κάποιος να συμπυκνώσει το επιμύθιο του σεναρίου, ίσως να αρκούσε η φράση «σε βάθος χρόνου τα πάντα αλλάζουν, αλλά τα συναισθήματα μένουν». Πάντως η ιστορία που αφηγείται ο Klapisch είναι υπερβολικά ανάλαφρη για να αναδείξει αυτό το αξίωμα σε όλη του την έκταση, γεγονός μεν όχι καταδικαστικό για την ποιότητα του πονήματός του (το σύνολο βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα), αλλά που βάζει σαφή όρια στο όλο εγχείρημα.
Και η λύση που μοιάζει να προτείνει απέναντι στο σημερινό τέλμα της Γαλλίας που αποτυπώνει ο φακός του είναι σαν να συνοψίζεται σε μια επιστροφή στις ρίζες, αλλά με μοντέρνο τρόπο και πρίσμα (η νεαρή τραγουδοποιός με τον κλασικό καλλιεπή γαλλικό στίχο, όμως με νεωτερικό ήχο, που γοητεύει τον Seb, ο παλαίμαχος δάσκαλος αλγερινής καταγωγής με τις διευρυμένες φιλολογικές γνώσεις).
Λόγω της θεματολογίας, η οποία γίνεται περισσότερο ξεκάθαρη όσο προχωράει η πλοκή, η φωτογραφία του Alexis Kavyrchine ακολουθεί μια νοοτροπία ιμπρεσιονιστικού πίνακα σε πολλές παραμέτρους, όπως για παράδειγμα στο πώς εκμεταλλεύεται οπτικά ανοιχτούς χώρους για να «παίξει» ανάλογα με το φως. Ενίοτε βέβαια κάποια ψηφιακά εφέ χαλάνε ελαφρώς το στήσιμο που επιχειρείται από την πλευρά του, αλλά ευτυχώς όχι σε βαθμό που να τον ακυρώνει.
Σεναριακά θα υπήρχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν εντοπιζόταν μια πιο έντονη επιμονή γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα που κουβαλούν και μια επίκαιρη πολιτική χροιά, όπως η διαμάχη ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και το πώς ο πρώτος έχει αποκτήσει ένα προβάδισμα όχι τόσο αθώο ελέω Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός των κρατών-μελών της.

Από την άλλη, ο Klapisch είναι και ο δημιουργός του «Euroflirt» πριν από αρκετά χρόνια, που όσοι το έχουν δει ίσως θυμούνται ότι δεν ήταν και τόσο αρνητικό ως προς την ιδέα του ευρω-φεντεραλισμού, το αντίθετο μάλιστα...
Εν ολίγοις πρόκειται για λαϊκό σινεμά που δεν στοχεύει σε μια διεξοδική ανάλυση ή σε μια δαιδαλώδη πολυσημία, όμως η τυπικά γαλλική διαχυτικότητά του προσφέρει μια αρκετά γενναιόδωρη εμπειρία ειδικά στον θεατή που αναζητά ιδιαίτερα το ανθρωποκεντρικό στοιχείο στην τέχνη που καταναλώνει. Και παρά τις αδυναμίες, είναι ο τύπος ταινίας που έχει τη δυνατότητα να «ενώσει» διαφορετικές μεταξύ τους φυλές σινεφίλ.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων