Σύνοψη: Η Λένι Ρίφενσταλ θεωρείται μία από τις πιο αμφιλεγόμενες γυναίκες του 20ού αιώνα σαν καλλιτέχνης και προπαγανδίστρια του ναζιστικού καθεστώτος. Οι ταινίες της Triumph of the Will και Olympia αποτελούν σύμβολα άψογα σκηνοθετημένης λατρείας του σώματος και εξύμνησης του ανώτερου και νικηφόρου. Ταυτόχρονα, οι εικόνες αυτές εκπέμπουν περιφρόνηση για το ατελές και αδύναμο. Η αισθητική της Ρίφενσταλ παραμένει πιο παρούσα από ποτέ σήμερα – αλλά ισχύει το ίδιο και για τα μηνύματα που υπονοεί; Η ταινία εξετάζει αυτό το ερώτημα χρησιμοποιώντας έγγραφα από το αρχείο της Ρίφενσταλ, συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών ταινιών, φωτογραφιών, ηχογραφήσεων και επιστολών. Αποκαλύπτει θραύσματα της βιογραφίας της και τα τοποθετεί σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο.
Πώς μπόρεσε η Ρίφενσταλ να γίνει η κορυφαία κινηματογραφίστρια του Ράιχ, ενώ παράλληλα συνέχισε να αρνείται κάθε στενή σχέση με τον Χίτλερ και τον Γκέμπελς; Κατά τη διάρκεια της μακράς της ζωής μετά την πτώση του ναζισμού, παρέμεινε αμετανόητη, καταφέρνοντας να ελέγξει και να διαμορφώσει την κληρονομιά της. Σε προσωπικά της έγγραφα, θρηνεί τα «δολοφονημένα ιδανικά» της.
Άποψη: Αποκλείεται να μην ένιωσε ένα πελώριο βάρος ευθύνης ο Andres Veiel μπροστά σε όσα του ανοίχτηκαν από τη στιγμή που ανέλαβε να αξιοποιήσει ένα αρχείο σαν αυτό της Leni Riefenstahl. Και καταφέρνει όχι μόνο να σταθεί αντάξιος του υλικού που έρχεται στα χέρια του, αλλά και να χαρίσει μια πολύ μεγάλη στιγμή για το σινεμά τεκμηρίωσης των τελευταίων ετών.

Η οποία λειτουργεί άψογα τόσο ως πορτρέτο μιας προσωπικότητας που προκαλεί μεν απέχθεια, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο σύνθετη μέσα στις αντιφάσεις και τις ακρότητές της που δεν χωράει κάτω από μια σύντομη σύνοψη, όσο και ως μια ανάλυση ενός ολόκληρου λαού, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ναζιστικής θηριωδίας, αλλά και μετέπειτα, καθώς οι μετασεισμοί εκείνης της περιόδου συνεχίστηκαν ανά τις δεκαετίες μέχρι και σήμερα (δεν είναι τυχαία η τελευταία συνομιλία που ακούγεται στο φιλμ).
Η μεγάλη διαπίστωση στην οποία προχωράει ο Veiel και η οποία διατυπώνεται και σε μέρος του αρχειακού υλικού είναι πως δεν υπάρχει τέχνη χωρίς πολιτική, όσο και αν η ίδια η Riefenstahl θα εκδήλωνε τη διαφωνία της γύρω από το ζήτημα ξανά και ξανά σε πλειάδα συνεντεύξεων ανά τα χρόνια. Το σινεμά που υπηρέτησε από τη δική της πλευρά είναι ένα καθρέφτισμα της δικής της αντίληψης, όπως ίσως και του μέσου Γερμανού, απέναντι στη χιτλερική επέλαση της εποχής. Ένα σινεμά που γουρλώνει τα μάτια του από θαυμασμό χωρίς κριτική αντίληψη, από την ανάγκη για συσπείρωση κάτω από την ομπρέλα ενός σχεδίου που θα εκδικηθεί για την ήττα στον Μεγάλο Πόλεμο, που αντιλαμβάνεται το αισθητικά ωραίο υπό ένα πρίσμα αντιδραστικό, που αποτελεί μέσα στην απλοϊκότητά του και τη μονοσήμαντη φύση του την πεμπτουσία του αντιδιανοουμενισμού, υπέρ του οποίου ρητορεύει και ο Goebbels σε ένα απόσπασμα.
Το ανατριχιαστικό ωστόσο είναι όχι η επίγνωση των φρικαλεοτήτων του καθεστώτος, είναι αυτονόητο ότι αυτή υπήρχε από το ξεκίνημα, όπως και η συμμετοχή σε αυτές, όσο το ότι αυτή φαίνεται να δικαιολογείται εμμέσως πάνω σε μια ιδεολογική βάση που τελικά υπερισχύει του ανθρωπισμού, πολύ απλά επειδή κατευθύνει το άτομο προς μια ψευδεπίγραφη αυτοεπιβεβαίωση, που για να επιτευχθεί μπορεί άνετα να φτάσει και στην κανονικοποίηση του κτηνώδους. Επικυρώνοντας έτσι ότι το κύριο συναίσθημα πάνω στο οποίο «πατάει» ο φασισμός είναι η προσωπική ανασφάλεια.

Τα όσα υπενθυμίζονται μέσω «ανασκαφών» από τον Veiel κοντράρουν κι ένα δημοφιλές σε ορισμένους κύκλους αφήγημα περί συλλογικής ωριμότητας εντός Γερμανίας γύρω από το εν λόγω τραύμα, ειδικά στην αυγή του 21ου αιώνα. Η δομή του συνόλου, που περιστρέφεται γύρω από ένα μοντάζ που ουσιαστικά σχολιάζει, δεν συνδέει απλά μ’ έναν διεκπεραιωτικό τρόπο, πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε πολιτική και ψυχολογία, καθιστώντας σαφή τον δεσμό ανάμεσα στα δύο, και μέσα από την ιστορική καταγραφή τα συμπεράσματα που εξάγονται υπενθυμίζουν, προειδοποιούν και προφητεύουν.
Πέρα από τους προβληματισμούς που πάνε πολύ βαθύτερα από τα όσα επιδερμικά συνήθως ανακυκλώνονται όταν ο κινηματογράφος καταπιάνεται με τη συγκεκριμένη θεματολογία, το «Ρίφενσταλ: Στην Καρδιά του Τρίτου Ράιχ» είναι συναρπαστικό και ως το χρονικό μιας γυναίκας που δεν δίστασε να ταυτιστεί με το απόλυτο κακό για να αφήσει το δικό της αποτύπωμα στην αιωνιότητα, για να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της μέσα σε μια κουτοπόνηρη άρνηση προκειμένου να διασωθεί η αμφιλεγόμενη κληρονομιά της. Είναι ένα φιλμ που εντυπωσιάζει, εξοργίζει και είναι ικανό να ανοίξει διαλόγους, ίσως κι εποικοδομητικά επώδυνους.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων