Σύνοψη: Τρία αδέρφια επιστρέφουν μετά το θάνατο του πατέρα τους στο πάλαι ποτέ οικογενειακό εξοχικό τους, προκειμένου να διευθετήσουν τις διαδικασίες πώλησής του. Η σχέση τους είναι τεταμένη κι οι διαφορές τους αρκετές, με αποτέλεσμα στη διάρκεια της ολιγοήμερης παραμονής τους στην επαρχία να έρθουν στην επιφάνεια πικρίες, παράπονα κι απωθημένα.
Άποψη: Ο Άλεξ Μοντόγια μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο graphic novel του Πάκο Ρόκα, το βραβευμένο La Casa (2005), με μεγάλη τρυφερότητα και σεβασμό στην αυτοβιογραφική ιστορία του διακεκριμένου κομίστα.

Στο σινεμά της νοσταλγίας, των οικογενειακών αναμνήσεων και των vintage – διακοπών – στα – χρόνια – της – αθωότητας, υπάρχει πάντα μια λεπτή αλλά καθοριστική γραμμή ανάμεσα στο γλυκό και στο γλυκερό: οι ισορροπίες μεταξύ του «δημιουργώ κάτι ζεστό και συναισθηματικό» και του «εκβιάζω τη συγκίνηση μέσα από ζαχαρωμένες, εξιδανικευμένες εικόνες παρελθοντολαγνείας» είναι εξαιρετικά εύθραυστες, για αυτό και πρέπει να επαινούνται όσοι κατορθώνουν και τις διατηρούν.
«Το πατρικό» εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία, με τα συχνότατα flashbacks να είναι μεν τρυφερά, λουσμένα σ’ ένα παραμυθένιο μεσογειακό φως, αλλά ταυτόχρονα ομαλότατα τοποθετημένα στην οικονομία της αφήγησης. Τα τρία αδέρφια περιδιαβαίνουν τους χώρους ενός σπιτιού με τεράστιο για αυτούς συναισθηματικό φορτίο, κι όπως είναι εύλογο, κάθε γωνία του είναι και μια υπόμνηση κάποιας στιγμής από την κοινή τους οικογενειακή ζωή.
Παράλληλα, οι παρελθοντικές αυτές βινιέτες λειτουργούν ως φορείς μικρολεπτομερειών για τους χαρακτήρες, τη σχέση τους με την προς πώληση γη αλλά και την μεταξύ τους δυναμική, συμπυκνώνοντας δραματουργικά εικόνες, αρώματα κι υφές – όλες τους σκόρπιες, φευγαλέες κι όμως μ’ έναν τρόπο συνεκτικές στην οικογενειακή βιογραφία που παρακολουθούμε.

Αλλά και στην «εδώ και τώρα» δράση που κινηματογραφείται, ο μινιμαλισμός του Μοντόγια είναι αξιοσημείωτος: τόσο – όσο διάρκεια (μόλις 80 λεπτά καθαρού φιλμικού χρόνου), διάλογος ευθύβολος και αποκαλυπτικός, γενικώς μια απλή ιστορία που αναπτύσσεται μεθοδικά και μετρημένα.
Μια παρήγορη, τέλος, κατάθεση στο υποείδος του family drama, που μ’όλη τη μικρή της κλίμακα, μάς δείχνει πως δεν χρειάζεται όλες οι οικογενειακές επανενώσεις να είναι μπεργκμανικά ανελέητες – καμιά φορά υπάρχει χώρος και για λίγο ουμανισμό. «Ή τουλάχιστον αυτό αξίζει να πιστεύουμε», όπως θα’λεγε κι ο Λεξ.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων