Σύνοψη: Στο Παρίσι του 1960, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ ετοιμάζεται να ξεκινήσει τα γυρίσματα του «Με κομμένη την ανάσα».
Άποψη: Κάποτε ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ σε μια ταινία του είχε πει «τι ζητάω; Να γίνω αθάνατος και μετά να πεθάνω» και πράγματι κατέκτησε την αθανασία μέσα από το διαρκώς πειραματικό και ανανεωτικό έργο, μέχρι τελευταία στιγμή.
Μετά το Redoubtable του Μισέλ Χαζαναβίσιους με τον Λουί Γκαρέλ στον ρόλο του Πάπα της Νουβέλ Βαγκ, μια ταινία που επικεντρωνόταν στην σχέση του με την Αν Βιαζέμσκι και στις ταινίες λίγο πριν και κατά την διάρκεια του Μάη του 68, ο Αμερικανός αλλά μάλλον γαλλόφιλος (αν θυμηθούμε το Before Sunrise) Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ στέλνει ένα γράμμα αγάπης και θαυμασμού μέσα σε ένα σινεφίλ μπουκάλι προς το υπερπέραν για όλους εμάς τους σινεφίλ που αγαπήσαμε το γαλλικό Νέο Κύμα και φυσικά τον πρωτεργάτη του.

Στην αρχή της ταινίας ο Γκοντάρ, ο Τριφό, η Σουζάν Σιφμάν και ο Σαμπρόλ παρακολουθούν μια ταινία, όταν είναι ακόμα κριτικοί κινηματογράφου στο ακριβοθώρητο Cahiers du Cinema και ξεκινούν τα πρώτα τους βήματα, και καταλήγουν στο τέλος, η ίδια τετράδα παρακολουθεί το Με κομμένη την ανάσα, την πρώτη ταινία ενός δημιουργού που λύσσαγε να μετακινηθεί από την κριτική στην δημιουργία και ζήλευε τον Τριφό και τον Σαμπρόλ που το είχαν πετύχει ήδη.
Ένα οδοιπορικό στις συνθήκες γυρισμάτων της ταινίας που τον καθιέρωσε και έφερε το γαλλικό σινεμά σε έναν νέο δρόμο φρεσκάδας και αλήθειας βγάζοντας την κάμερα στο χέρι στους δρόμους και κινηματογραφώντας -έχοντας φυσικά και την συμβολή του Ραούλ Κουτάρ-με μια προσποιητή αδεξιότητα όσα γίνονταν σχεδόν αυτοσχεδιαστικά από τους ηθοποιούς στους οποίους ελάχιστες οδηγίες δίνονταν.
Ο νεαρός Μπελμοντό και η ήδη γνωστή Τζιν Σίμπεργκ καλούνται να υπηρετήσουν το όραμα ενός επαναστατικού σκηνοθέτη, όσο εκείνος συζητά με τις παρέες του ή πάει κόντρα σε παραγωγούς και κατεστημένο.
Μια feelgood περιδίνηση στον χρόνο, με έναν γλυκό νεορομαντισμό που ούτως ή άλλως διακρίνει το έργο του Λινκλέιτερ, και μια σινεφίλ ψυχή αδύνατον να μην αγκαλιάσεις.

Η αλά Λινκλέιτερ Nouvelle Vague δανείζεται στοιχεία από το σινεμά του Γκοντάρ, παρότι ποτέ δεν θα έκανε μια τέτοια ταινία, έχει όμως τις συζητήσεις στα καφέ και στους δρόμους, τα τσιτάτα με τα οποία μιλούν οι χαρακτήρες και τα οποία με ευφρόσυνη διαθέσει ξεστομίζει κατά ριπάς ο νεαρός Guillaume Marbeck ως Γκοντάρ, την ρετρό ασπρόμαυρη φωτογραφία θυμίζοντάς μας λίγο 60s, μια ανεμελιά βγαλμένη από μια περασμένη εποχή ανανέωσης και αλλαγής, σε μια Γαλλία διχασμένη πολιτικά.
Στα ασπρόμαυρα κάδρα του σκηνοθέτη δεν χωράνε πολλά περισσότερα από την ίδια την μαγνητική παρουσία του auteur και ίσως δεν απευθύνεται σε όποιον/όποια δεν τον απασχολεί το πώς προέκυψε μια από τις τομές στην ιστορία του ευρωπαϊκού σινεμά, καθώς είναι αποκλειστικά για τέρψη των θαυμαστών από έναν σκηνοθέτη-θαυμαστή που δεν κρύβει τον θαυμασμό του για εκείνον καθώς μέσα από τα μαύρα γυαλιά του στέκει σαν ένα είδωλο μιας άλλης εποχής και η ταινία Nouvelle Vague ο χρονικογράφος της.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων