Σύνοψη: Η Αυτοκρατορία έχει καταρρεύσει και οι αυτοκρατορικοί πολέμαρχοι παραμένουν διάσπαρτοι σε όλον το γαλαξία. Καθώς η νεοσύστατη Καινούργια Δημοκρατία προσπαθεί να προστατεύσει όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκε η Επανάσταση, έχει ζητήσει τη βοήθεια του θρυλικού Μανδαλοριανού κυνηγού επικηρυγμένων Din Djarin (Pedro Pascal) και του νεαρού μαθητευόμενού του Grogu.
Άποψη: Στην παρούσα φάση για το σύμπαν του “Πολέμου των Άστρων”, ό,τι και να βγει με τη σφραγίδα του θα το τουλουμιάσουν στο ξύλο εντός 24ωρου εξαγριωμένοι φαν για διαφορετικά πράγματα κάθε φορά που θα αντιληφθούν ως “ιεροσυλία” για την κληρονομιά του franchise.

Υπό αυτό το πρίσμα δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η πρώτη εξόρμηση στη μεγάλη οθόνη για τη διαστημική εποποιία ύστερα από χρόνια στηρίζεται πάνω στη σειρά “The Mandalorian”, που έχει γνωρίσει ευρύτερη αποδοχή ανάμεσα στους σχετικούς οπαδούς. Κάτι σαν δοκιμαστικό ανάκτησης εμπιστοσύνης δηλαδή για τη μερίδα του κοινού εκεί έξω που είναι “κουμπωμένη” μετά το “Star Wars: Skywalker - Η Άνοδος” λόγω απογοήτευσης.
Όσον αφορά το τελικό προϊόν, η αλήθεια είναι ότι δεν αποτελεί ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο. Κυλάει αρκετά στρωτά μεν, και στους περισσότερους τεχνικούς τομείς έχει γίνει σοβαρή δουλειά, ειδικά όσον αφορά την καλλιτεχνική διεύθυνση, αλλά επί της ουσίας δεν προσθέτει κάτι συγκλονιστικό στην αγαπημένη saga.
Σίγουρα δεν θα το τοποθετούσε ο οποιοσδήποτε στα κεφάλαια του εν λόγω κινηματογραφικού brand που ποντάρουν σ’ ένα πιο σκοτεινό κλίμα. Η δράση είναι αρκετή σε δοσολογία, αν κι ενίοτε μονταρισμένη υπερβολικά γρήγορα, ο μικρούλης Grogu συνεισφέρει με αρκετές χαριτωμένες στιγμές που απευθύνονται περισσότερο σ’ ένα ανήλικο κοινό, και όλα γενικά κινούνται σε υπερβολικά ασφαλείς ράγες, σαν να θέλει ο Jon Favreau να αποφύγει τα όποια δημιουργικά ρίσκα για να δυσαρεστήσει όσο το δυνατόν λιγότερους (μια στρατηγική που στην πραγματικότητα μπορεί να γυρίσει και μπούμερανγκ πολλές φορές).

Εξαίρεση αποτελεί το μουσικό σκορ του Ludwig Göransson που τολμάει να περπατήσει πέρα από την ορχηστρική μανιέρα που έχει καθιερώσει η μνημειώδης διαχρονική δουλειά του John Williams για να ενσωματώσει απρόσμενα στοιχεία, από ηλεκτρονικές επιρροές μέχρι και τραπ (σε πρώτη ανάλυση ακούγεται φρικαλέα ιδέα για ταινία επιστημονικής φαντασίας, και όμως λειτουργεί).
Αν πάντως ισχυριστεί κανείς πως οι νέοι χαρακτήρες που συστήνονται (είναι και μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών), πέραν του καθιερωμένου τηλεοπτικά πρωταγωνιστικού ντουέτου, θα αφήσουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στον εν λόγω φιλμικό κόσμο, δεν θα είναι ειλικρινής...
Η αυτοτέλεια του όλου εγχειρήματος, που γίνεται και αντιληπτή καλύτερα στο κλείσιμο, το καθιστά κι ελαφρώς αναλώσιμο. Δεν έχει και την απαραίτητη δυναμική σαν ιστορία για να δίνει ένα πάτημα για νέες μελλοντικές περιπέτειες των δύο κεντρικών χαρακτήρων στη σκοτεινή αίθουσα, ή για να εκπέμπει τον αέρα του φιλμ εκείνου που θα τονώσει καθοριστικά το ενδιαφέρον για καινούριες μυθοπλασίες με την ταμπέλα του “Πολέμου των Άστρων”. Απλά προσφέρει 132 διασκεδαστικά και ανώδυνα λεπτά με οικογενειακό πρόσημο.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων