Παρίσι, 1955. Ο 60χρονος Μαρσέλ Πανιόλ είναι ένας διάσημος και καταξιωμένος θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης. Όταν ο αρχισυντάκτης του περιοδικού ELLE τού αναθέτει να γράφει μια εβδομαδιαία στήλη για την παιδική του ηλικία, ο Πανιόλ το βλέπει ως μια εξαιρετική ευκαιρία να επιστρέψει στις καλλιτεχνικές του ρίζες: το γράψιμο.
Συνειδητοποιώντας ότι η μνήμη του έχει αρχίσει να τον προδίδει και επηρεασμένος βαθιά από τη μάλλον απογοητευτική πορεία των δύο τελευταίων θεατρικών του έργων, ο Πανιόλ αρχίζει να αμφιβάλλει για την ικανότητά του να συνεχίσει να δημιουργεί.
Τότε, ο μικρός Μαρσέλ –ο νεαρός που ήταν κάποτε– εμφανίζεται μπροστά του σαν από μαγεία. Μαζί, θα εξερευνήσουν την απίστευτη ζωή του Μαρσέλ Πανιόλ και θα ξαναζωντανέψουν τις πιο αγαπημένες του συναντήσεις και αναμνήσεις σε ένα υπέροχα ευφάνταστο και συγκινητικό ταξίδι ενός καλλιτέχνη, που ξεκίνησε ως νεαρός δάσκαλος στην Προβηγκία και κατέληξε πραγματικός πρωτοπόρος του ομιλούντος κινηματογράφου. Ενός εξαιρετικού εφευρέτη που έχτισε τα δικά του κινηματογραφικά στούντιο. Κι ενός αυτοδημιούργητου ανθρώπου που ποτέ δεν πρόδωσε το ελεύθερο πνεύμα ή τις ιδέες του.

Παρότι η επιστροφή του πολυαγαπημένου Sylvain Chomet
Ο Chomet, επειδή προφανώς αγαπάει την καλλιτεχνική φυσιογνωμία του Marcel Pagnol (γι’ αυτό και το ψυχολογικό του βάθος εντός αφήγησης δεν φτάνει πολύ μακριά, καθώς πρέπει να παραμείνει ένα θετικό πρότυπο καθ’ όλη τη διάρκεια χωρίς σκιές που να “βάζουν δύσκολα”), βάζει στην άκρη την πιο φαντασμαγορική εικονογραφία που χαρακτήριζε άλλες δουλειές του για μια πιο ταπεινή προσέγγιση που εξυπηρετεί το πλαίσιο ενός βιογραφικού δράματος, που είναι φυσικά κι ένας φόρος τιμής στην πολιτιστική κληρονομιά του ανδρός.
Υπάρχουν στιγμές που η φαντασία “παίρνει μπρος”, αλλά σε μετρημένη δοσολογία, και ακόμη και κάποια υπερβατικά ευρήματα είναι διακριτικά στην παρουσία τους. Για να μπουν και τα δεδομένα σε κάποια κλίμακα σύγκρισης, πρόκειται για μια δημιουργία πιο “προσγειωμένη” από το “Τρίο της Μπελβίλ”, αλλά ελαφρώς πιο υπερρεαλιστική από τον “Θαυματοποιό”.
Κάπου βέβαια οι δύο ταυτότητες του εγχειρήματος, η βιογραφική και αυτή του animation, έρχονται σε σύγκρουση, καθώς η δεύτερη υπαγορεύει μια αφηγηματική οικονομία που είναι συνυφασμένη με το είδος, κάνοντας έτσι ζημιά στην πρώτη αφού πολλά κεφάλαια από τη ζωή του Pagnol συμπυκνώνονται τρομερά, αφήνοντας έτσι μια αίσθηση βιασύνης.

Σαν λαϊκό σινεμά πάντως, από τη σκοπιά των συναισθημάτων που εκπέμπονται για τον θεατή, το φιλμ λειτουργεί, και η νοσταλγία που αναδίδει για πτυχές παλιότερων εποχών θα “μιλήσει” ιδιαίτερα στο γαλλόφιλο κομμάτι του κοινού, όπως και οι ευθείες βολές του σεναρίου για την επιθετική αμερικανοποίηση σε πολιτισμικό επίπεδο που επιχειρήθηκε όχι μόνο εντός Γαλλίας, αλλά σε όλη την Ευρώπη, από τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου κι έπειτα.
Άρα “παίζει” μέσα σε κάπως ασφαλή μονοπάτια αυτήν τη φορά ο Chomet; Αναμφίβολα, αλλά παρά τις ενστάσεις, μετά το πέρας της προβολής δεν αισθάνεται κανείς ότι τζάμπα επένδυσε τον χρόνο του. Πέραν του να ψαχτεί ο οποιοσδήποτε σε εγκυκλοπαιδικό επίπεδο (ή και διεισδυτικότερα ακόμη αν υπάρχει η δυνατότητα) για το πρόσωπο του Pagnol, κέρδος υπάρχει και ως προς το να εισπράξει ο σινεφίλ ευγενή συναισθήματα τα οποία θα μείνουν μέσα του έστω για λίγο καιρό, και που βρίσκονται εδώ σε υπολογίσιμο βαθμό.
Πάντως, οι πραγματικά δυνατές κινηματογραφικές συγκινήσεις βρίσκονται αλλού στη φιλμογραφία του σπουδαίου














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων