Σύνοψη: Η Marianne, γιατρός, και ο Tor, νοσοκόμος, εργάζονται μαζί στο νοσοκομείο του Όσλο. Aποφεύγουν και οι δύο τις συμβατικές σχέσεις, όμως μετά από μια τυχαία συνάντησή τους στο φέρι όπου ο Tor ψάχνει περιστασιακές γνωριμίες, ανταλλάσσουν απόψεις περί ερωτικών σχέσεων, κι έτσι η Marianne αποφασίζει να δοκιμάσει αν οι σύντομες γνωριμίες είναι μια καλή επιλογή και γι' αυτήν.
Άποψη: Η αυτόνομη ταινία που κλείνει την τριλογία Όσλο του Dag Johan Haugerud (η οποία συναποτελείται από τις ταινίες SEX – Όσα λένε οι άντρες μεταξύ τους και DREAMS) ρέει σαν ένα ήρεμο ρυάκι που περνάει ανάμεσα από ανθρώπους και κρυφακούει τις συζητήσεις τους, τους φόβους, τις επιθυμίες, και τις ανασφάλειές τους. Και σαν ελεύθερο ρυάκι δεν σκαλώνει πουθενά, άρα δεν ξεχειλίζει, αλλά ούτε και διακόπτει τη ροή της, μόνο συνεχίζει απρόσκοπτα τον δρόμο της, εντελώς οργανικά.

Η ταινία που φτιάχνει ο Haugerud μαζί με τις και τους ηθοποιούς του δεν έχει τίποτα το επιτηδευμένο, τίποτα το θεαματικό, κι όμως αυτό ακριβώς είναι το δυνατό της σημείο. Η ερμηνεία που με περισσή άνεση φαίνεται να καταφέρνει η Andrea Bræin Hovig υποδυόμενη τη Marianne, μας πείθει απόλυτα γιατί φτάνει στο βάθος του χαρακτήρα, φέρνοντας στην επιφάνεια τον ψυχισμό του χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει ούτε στιγμή.
Εξίσου ακλόνητος στέκεται δίπλα της και ο Tayo Cittadella Jacobsen στον ρόλο του Tor. Εστιάζοντας στην επιθυμία του χαρακτήρα του για ανθρώπινη επαφή, ο Jacobsen ενσαρκώνει την τρυφερότητα, την αποδοχή, τη στοργή – ακόμα και όταν πρόκειται για μια παροδική γνωριμία. Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η ατάκα του “Πρέπει να έχεις περισσότερη πίστη στους ανθρώπους” - και χτυπά διάνα στην καρδιά μας.
Το σενάριο του Haugerud αναβλύζει κατανόηση, μπαινοβγαίνει απρόσκοπτα στο μυαλό και την καρδιά των χαρακτήρων που παρακολουθεί, και φροντίζει να αναδείξει με τους καλογραμμένους διαλόγους του ακόμα και τους πιο σύντομους ρόλους. Καμία λέξη δεν είναι περιττή, καμία κίνηση δεν είναι αδικαιολόγητη, κανένα πλάνο δεν υπάρχει εκεί απλώς για να γεμίσει τα κενά. Κάθε βήμα δένει απόλυτα με το προηγούμενο, και οδηγεί στο επόμενο απολύτως φυσικά.

Παρακολουθώντας τη Marianne να αμφιταλαντεύεται και να διστάζει, ακούγοντας τον Bjorn, τον γεωλόγο, να μιλάει με πάθος για τις πέτρες και τα πετρώματα (το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του), βλέπουμε σίγουρα κομμάτια του εαυτού μας, μα και κομμμάτια των ανθρώπων με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε σχετιστεί. Η Αγάπη Μόνο έρχεται σαν υπενθύμιση πως τα ανθρώπινα συναισθήματα αποτελούν ένα φάσμα που δεν μπορεί να προκαθοριστεί, και πως η ενσυναίσθηση, η καλοσύνη και η εμπιστοσύνη μπορούν να προκύψουν ξαφνικά, οπουδήποτε – στο κατάστρωμα ενός φέρι, στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού, στον διάδρομο ενός νοσοκομείου.
Σε μια συγκυρία που οι ανθρώπινες σχέσεις φαίνονται ίσως πιο δύσκολες από ποτέ, η Αγάπη Μόνο λειτουργεί σαν βάλσαμο, σαν διέξοδος, σαν ανακουφιστικό χάδι. Μας επιτρέπει να ακούσουμε, να νιώσουμε, να σκεφτούμε, δίχως όμως να μας πιέσει να κάνουμε τίποτα από τα τρία. Μας δείχνει την κλειδαρότρυπα για να κλέψουμε μια ματιά από τις μύχιες σκέψεις των άλλων, μα, αν είμαστε πραγματικά ανοιχτοί, ίσως αντί για κλειδαρότρυπα δούμε τελικά μπροστά μας το κομμάτι ενός καθρέφτη.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων