Η ταινία παρακολουθεί την ενηλικίωση μιας ομάδας εφήβων στην πόλη Άναριν του Βορείου Τέξας, το 1951. Το Άναριν, που το 1971 ήταν πλέον μια πόλη-φάντασμα, είναι ένας μουντός, σχεδόν ζοφερός τόπος κατοικίας μερικών εκατοντάδων κατοίκων, μια κωμόπολή όπου τίποτα δεν μένει κρυφό, με το τοπικό καφέ, το μπιλιαρδάδικο και το σινεμά να αποτελούν τις μοναδικές διαφυγές των κατοίκων από την βαρετή καθημερινότητα.
Το σεξ κυριαρχεί σε ένα μεγάλο κομμάτι της ταινίας, οι σεξουαλικές ανησυχίες των νεαρών, η σεξουαλική πείνα των μεγαλύτερων ως αντίδοτο στην αποπνικτική ανία της καθημερινότητας. Όλοι τους ήθελαν καλύτερες ζωές, όλοι τους ζουν μια ζωή που δεν αντέχεται. Ο Μπογκντάνοβιτς χρησιμοποιεί (με προτροπή του Όρσον Ουέλς) ασπρόμαυρο φιλμ, που επιτείνει τον ζόφο αλλά προσδίδει και μια επιπλέον διαχρονικότητα στην ταινία εποχής. Όσο κι αν τα σεξουαλικά επεισόδια αφθονούν, από την ταινία απουσιάζει κάθε ίχνος ερωτισμού, τον καταβροχθίζει κι αυτόν η συντριπτική παρακμή της μικρής πόλης. Οι νεαροί επινοούν σχεδόν διάφορα τεχνάσματα για να ξεφύγουν, οι πιο ευφυείς μεγαλύτεροι απλώς καθοδηγούν με κυνικές, φαρμακερές ατάκες τα παιδιά τους, στους ασφαλείς δρόμους της κοινωνικής επιτυχίας και του «ου μπλέξεις».

Είναι μια ταινία για μια άλλη εποχή, χωρίς νοσταλγία, αλλά την ίδια στιγμή, η εποχή που φαίνεται ξεκάθαρα ότι τελειώνει (μαζί με την πόλη) δεν προδιαθέτει για τίποτα καλύτερο. Αυτή η πορεία προς το τέλος εποχής, της εφηβείας και της πόλης, εξελίσσεται «πατώντας» σε ένα διαρκές μουσικό χαλί από κάντρι εντ ουέστερν τραγούδια από ραδιόφωνα και τζουκ μποξ, ή από ατέλειωτα τηλεπαιχνίδια και ειδήσεις που παίζουν οι δέκτες της νεοφερμένης, τότε, τηλεόρασης, ήχοι που μπλέκονται με τον θόρυβο των συχνών βορειάδων, θόρυβος που επιτείνει την αίσθηση της φθοράς και του θανάτου.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων