Σύνοψη: Μια ομάδα υπαλλήλων της Ερυθράς Ημισελήνου προσπαθεί να συντονίσει τον απεγκλωβισμό ενός εξάχρονου κοριτσιού μέσα από ένα αυτοκίνητο στη Γάζα, καθηλωμένο από τα ισραηλινά πυρά.
Άποψη: Η τραγωδία στην Γάζα είναι ανείπωτη και έτσι η Τυνήσια σκηνοθέτρια Κάουτερ Μπεν Χάνια βρήκε έναν μοναδικό τρόπο να την αφηγηθεί, μέσα από την πραγματική φωνή της εξάχρονης Παλαιστίνιας Χίντ Ρατζάμπ κατά την διάρκεια των κλήσεων που είχε με τον παλαιστινιακό Ερυθρό Σταυρό προκειμένου να διασωθεί από το αυτοκίνητο στο οποίο βρήκαν φρικτό θάνατο από τον Ισραηλινό στρατό μέλη της οικογένειας της.
Η δημιουργός του The Man who Sold his Skin (2020) και Τέσσερις Κόρες (2024), υποψήφια και τα δύο για Όσκαρ, το πρώτο διεθνούς ταινίας και το δεύτερο ντοκιμαντέρ, επιστρέφει με ένα υβρίδιο μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης το οποίο χειροκροτήθηκε επί 23 λεπτά στο περασμένο φεστιβάλ Βενετίας κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής αλλά όχι τον Χρυσό Λέοντα.

Είναι μια ταινία γεννημένη για να σε κάνει να νιώσεις άβολα με την επιλογή να ακούμε την πραγματική κραυγή αγωνίας και ελπίδας για σωτηρία ενός μικρού κοριτσιού ενώ φοβάται για την ζωή του, να θέλει χρόνο για να την συνηθίσουμε.
Στην αρχή προβληματίζει το αν είναι η σωστή επιλογή και κατά πόσο ηθικά σωστό είναι να αξιοποιείται για μια ταινία η φωνή ενός πραγματικού προσώπου που βιώνει με τον χειρότερο τρόπο τον πόλεμο στην Γάζα. Γρήγορα όμως η Χάνια δικαιώνεται για την επιλογή της πετυχαίνοντας έξυπνα και ισορροπημένα τον συνδυασμό του ντοκιμαντέρ με την μυθοπλασία, με τους ηθοποιούς δηλαδή που υποδύονται τους εργαζόμενους στον Ερυθρό Σταυρό και ενορχηστρώνουν τον τρόπο διαφυγής της.
Γίνεται έτσι μια ταινία που λειτουργεί ως ένα πειστήριο μιας τραγωδίας, ως μια παρακαταθήκη για το μέλλον, μιας και η ανθρωπότητα δεν θα πρέπει να ξεχάσει και η τέχνη οφείλει να λειτουργεί ως εργαλείο για την συλλογική μνήμη αλλά και ως πυροκροτητής απέναντι στην σιωπή.
Αυτό που δεν δικαιώνει την επιλογή της και προκαλεί ερωτήματα και σκέψεις που αγγίζουν σχεδόν τα όρια της ασέβειας απέναντι στην Χίντ Ρατζάμπ είναι η ροπή προς το μελόδραμα που ήταν καθόλα ορατή και στις Τέσσερις Κόρες. Οι χαρακτήρες καταλήγουν να κλαίνε πιο πολύ από τους θεατές και όσο και αν φαντάζει λογικό γιατί προφανώς αγωνιούν για το αν θα πετύχει ή όχι η διάσωση, επειδή το σινεμά έχει την χαρά και την κατάρα να μεγεθύνει τα πάντα, μοιάζουν εκείνοι τελικά με τραγικά πρόσωπα αντί της Χιντ που πρωταγωνιστεί με την φωνή της, μια φωνή παρόλα αυτά που δύσκολα θα πάψει να αντηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν.

Δίνει όμως ανά στιγμές την εντύπωση περισσότερο ότι αντικειμενικοποιείται για να μεταβληθούν ο Ομάρ και οι υπόλοιποι διασώστες σε τραγικά πρόσωπα που πασχίζουν να βρουν την λύτρωση, παρά ότι είναι η ίδια το υποκείμενο της δράσης.
Ένα δράμα δωματίου αρκετά αμερικανικό -θυμίζουμε ότι στην παραγωγή βρίσκονται ο Μπραντ Πιτ, ο Χοακίν Φοίνιξ, η Ρούνεϊ Μάρα και ο Τζόναθαν Γκλέιζερ (του οποίου τον αποστασιοποιημένο τρόμο στην Ζώνη Ενδιαφέροντος καλό θα ήταν να μιμηθεί). Θα χρειαζόταν περισσότερη σύνεση στο συναίσθημα μιας και η ιστορία είναι από μόνη της σπαραξικάρδια και έτσι μοιάζει περιττός ο τονισμός. Σπάει βέβαια κάπως με εμβόλιμες σκηνές καθημερινότητας, με τους ανθρώπους στον Ερυθρό Σταυρό να παίζουν παιχνίδια, να ειρωνεύονται χιουμοριστικά για τις αποφάσεις τους αλλά και να έρχονται σε σφοδρή σύγκρουση λόγω της απαράμιλλης και χρονοβόρας γραφειοκρατίας.
Ένα σινεμά χρήσιμο, απαραίτητο, ίσως όχι σπουδαίο με κινηματογραφικούς όρους παρότι έχει στοιχεία που θα μπορούσε εν δυνάμει να το κάνει αλλά οπωσδήποτε άξιο να υπάρχει και πρωτίστως να ακούγεται!














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων