Σύνοψη: Η Ρόουζ κι η Σοφία, μάνα και κόρη, ξεκινούν από την Αγγλία για διακοπές αορίστου χρόνου στην Αλμερία, προκειμένου να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα εναλλακτικής ιατρικής που ενδέχεται να δώσει λύση στα κινητικά προβλήματα και το χρόνιο πόνο της πρώτης. Λίγο αργότερα, η νεαρή Σοφία θα σχηματίσει εκεί ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο με τη Γερμανίδα μέτοικο, Ίνγκριντ.
Άποψη: Γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε τοποθεσίες της Αττικής (που παριστάνουν την Αλμερία), το Hot Milk της Ρεμπέκα Λένκιεβιτς συμμετείχε στο Διαγωνιστικό της φετινής Berlinale κουβαλώντας πάνω του μπόλικες προσδοκίες, κατά κύριο λόγο εξαιτίας της εκρηκτικής συνύπαρξης των Έμμα ΜακΚέι και Βίκι Κριπς στο καστ του.
Προσδοκίες τις οποίες μάλλον αποτυγχάνει να δικαιώσει για μια σειρά από λόγους – ή μάλλον σε μια σειρά από επίπεδα. Πρώτα απ’όλα, σε επίπεδο ιδεολογίας/βλέμματος/αναπαράστασης του Άλλου: η ταινία εγγράφεται στο αναγνωρίσιμο subgenre όπου ορθολογιστές, πολιτισμένοι Βορειοευρωπαίοι επισκέπτονται ένα μέρος λιγότερο "δυτικό" από τον γενέθλιο τόπο τους, με αποτέλεσμα ο “πρωτογονισμός” του πρώτου να τους ξυπνήσει πάθη και να τους ανασύρει θαμμένες μνήμες κι απωθημένες επιθυμίες.

Ένας μετεξελιγμένος οριενταλισμός ουσιαστικά, μόνο που αντί για το παραδοσιακό δίπολο «Δύση – Ανατολή» έχουμε ένα «ευρωπαϊκός Βορράς vs Μεσόγειος» (το λεγόμενο mediterraneanism στον ακαδημαϊκό λόγο). Ρουστίκ θερινές κατοικίες με συχνές διακοπές ρεύματος, τσούχτρες, «αλκοολικές» νοσηλεύτριες, σκυλιά που σπαράζουν μονίμως αλυσοδεμένα, καλοκαιρινά situationships σε ειδυλλιακό φόντο, ένας συνδυασμός αισθησιασμού και κινδύνου – ο Έντουαρντ Σαΐντ θα χαμογελούσε σαρδόνια στη θέαση του Hot Milk.
Έπειτα, σε επίπεδο αμιγώς κινηματογραφικό, καθαρού storytelling: η ταινία έχει σίγουρα ενδιαφέρον, στηρίζει ωστόσο την επιδιωκόμενη αμφισημία κι έντασή της σε μια υπέρμετρη ψυχολογικοποίηση των ηρώων της. Είναι σαφές πως βασικοί της θεματικοί άξονες είναι έννοιες όπως το διαγενεακό τραύμα, η απώθηση, η μεταφορική διάσταση του συμπτώματος (ο ίδιος ο περίφημος Δρ. Γκόμεθ, για τις υπηρεσίες του οποίου η Ρόουζ έχει υποθηκεύσει το σπίτι της, στην πραγματικότητα είναι απλά ένας φροϋδικός, αν το δούμε αντικειμενικά).
Άλλα τραύματα αποκρύπτονται πεισματάρικα μέχρι την τελευταία κυριολεκτικά σκηνή κι άλλα εκφράζονται λεκτικά σε υπερβολικό βαθμό. Στα τελευταία έγκειται κι η ένσταση περί ψυχολογικοποίησης, μιας και καταστρατηγούν την αρχή του «show, don’t tell» και τακτοποιούν βολικά τους ήρωες σε καλούπια αντίστοιχα με την αυτοψυχαναλυτική τους φλυαρία (ναι, Βίκι Κριπς, για σένα μιλάμε).

Η Ίνγκριντ είναι το αποκορύφωμα της λειψής χαρακτηρολογικής ανάπτυξης που απλά φωνάζει «είμαι βασανισμένη ψυχή που ταλανίζεται από μια βαριά ενοχή, για αυτό είμαι μποέμ με ροπή στα ανώδυνα situationships». Όσο για τις άλλες δύο πρωταγωνίστριες, μοιάζει σαν η ουσιαστική σκιαγράφησή τους να μένει ημιτελής: ο χαρακτήρας της Σοφίας (μάλλον ο κεντρικότερος όλων) στέκει μετέωρος, με μια μονοσήμαντη δυσφορία που αδυνατίζει την ερμηνεία της ΜακΚέι, ενώ η Ρόουζ έχει potential ανάπτυξης που μένει ωστόσο αναξιοποίητο.
Η Φιόνα Σο κάνει πραγματικά ό, τι μπορεί ερμηνευτικά, αλλά το σενάριο επιφυλάσσει και για αυτήν μια μονοχρωματική «δυστοκία». Κι είναι στ’ αλήθεια κρίμα, γιατί η ιστορία της έχει τα φόντα για μια πολύ πιο δουλεμένη σπουδή στη σωματοποίηση του ψυχικού τραύματος.
Δεν είναι πως το Hot Milk δεν παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, άλλωστε, η Λένκιεβιτς αφήνει τόσα αναπάντητα ερωτήματα μέχρι το τέλος. Απλώς αυτό που θα μπορούσε να είναι μια nuanced ανατομία στριφνών οικογενειακών σχέσεων καταλήγει σε στιγμές να φλερτάρει με την telenovela.
Κορυφαία στιγμή του μιαμισάωρου η ατάκα πως η Σοφία (Έμμα ΜακΚέι) μοιάζει στον Βαγγέλη Μουρίκη ( ο οποίος ενσαρκώνει τον απόντα Έλληνα πατέρα της). Nuff said.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων