Σύνοψη: Ένας μοναχικός πατέρας δέχεται επίσκεψη από τα ανήλικα παιδιά του στις ΗΠΑ, δυο αδελφές επισκέπτονται τη μητέρα τους στο Δουβλίνο, δυο δίδυμα αδέρφια επισκέπτονται το διαμέρισμα των γονιών τους στο Παρίσι.
Άποψη: Μετά από ένα διάλειμμα το 2019 (The Dead Don’t Die) με μια διαφορετική ταινία είδους που διαφοροποιήθηκε αισθητά από το γνωστό ύφος του και είναι ίσως η λιγότερο καλή στιγμή της καριέρας του, o ήσυχος ροκ σταρ του αμερικανικού σινεμά, Τζιμ Τζάρμους επιστρέφει στις χαμηλές και ποιητικές στροφές του Πάτερσον αλλά κυρίως στο σπονδυλωτό και διαλογικό σινεμά του Night On Earth (1991) και Coffee and Cigarettes (2003).
Για τους φαν των αριθμών, μετά τις αυτοτελείς ιστορίες σε ταξί σε πέντε πόλεις, του πήρε 12 χρόνια να ξανακάνει ταινία ανθολογίας, με τις συζητήσεις ανάμεσα σε καφέ και τσιγάρα και αυτό του πήρε αλλά 22 χρόνια με το τρίπτυχο που έστησε για έναν Πατέρα στις ΗΠΑ, μια Μητέρα στο Δουβλίνο και μια Αδερφή και έναν Αδερφό στο Παρίσι.
Μια από τις καλύτερες στιγμές στην διαδρομή του με τον Χρυσό Λέοντα να είναι δίκαιος και όχι τιμητικός, όπως πέρσι στον Αλμοδόβαρ για μια σχετικά αδύναμη ταινία του.

Ήσυχος, σχεδόν υποτονικός μα βαθιά ανθρώπινος. Ανατόμος των ανθρώπινων σχέσεων και δη των οικογενειακών μέσα από τρεις βινιέτες που δεν συνδέονται πέρα από κάποια αφηγηματικά αστεία, όπως ότι όλοι οι ήρωες συζητούν για το αν θα πρέπει να τσουγκρίζουν με νερό ή αν τους αρέσει το νερό και το τσάι ή η φράση Bob’s your uncle, αντίστοιχη με την γαλλική Cest la vie, δηλαδή έτσι είναι, αυτά έχει η ζωή.
Και πράγματι το Bob’s your uncle θα μπορούσε να είναι εναλλακτικός τίτλος μιας ταινίας που από πλευράς πλοκής δεν γίνεται τίποτα, για όποιον περιμένει κάποια δράση, αλλά παρατηρούμε τρεις διαφορετικές οικογένειες σε τρεις διαφορετικές χώρες του δυτικού κόσμου της βιώνουν τα προβλήματα και τις συγκρούσεις τους μέσα από σιωπές και χαμηλότονες συζητήσεις γιατί απλώς έτσι είναι τα πράγματα.
Στην πρώτη ιστορία ένας πατέρας, με τον καλό φίλο του σκηνοθέτη, Τομ Γουέιτς, χήρος καλείται να διαχειριστεί το πένθος και την ανέχεια, ενώ τα δύο παιδιά του φτάνουν σπίτι του να συζητήσουν τα νέα τους μέσα από σιωπές και αποσιωπήσεις. Απόλυτα ρεαλιστική, βγαλμένη μέσα από τα σαλόνια των σπιτιών μας με τον πατέρα στον αρχετυπικό ρόλο ενός άντρα που δεν ξέρει να εκφράσει τα συναισθήματα στα παιδιά του και αρκείται σε εύκολες και γενικές συζητήσεις, χωρίς να είναι σίγουρος τι άλλο να πει και πώς καταλήγοντας να επαναλαμβάνεται.
Στην δεύτερη ιστορία μια μεγαλοαστή μητέρα σε έναν ρόλο αυστηρής μητριάρχη η εξπέρ σε αυτό Σάρλοτ Ράμπλινγκ, με τις δύο κόρες της, την πιο τυπική και καθωσπρέπει Κέιτ Μπλάνσετ και την κρυφά λεσβία αλλά σίγουρα πιο αναρχοαυτόνομη ως προς την μάνα της Βίκι Κριπς, να επιδιώκουν να έρθουν κοντά με την μητέρα να γίνεται και εκείνη ένα γιουνγκικό αρχέτυπο μιας γυναίκας που θέλει κουβέντα, θέλει να μάθει αρκεί βέβαια αυτά που θα μάθει να της αρέσουν.

Και τέλος, η πιο άτονη ιστορία δύο Αμερικανών αδελφών στο Παρίσι που καλούνται να ξεπεράσουν την απουσία των γονιών με το να έρχονται σε επαφή με το ίδιο το παρελθόν των γονιών τους.
Ο Τζάρμους κοίτα διεξοδικά, εις βάθος, με βλέμμα οξύ παρά την απαλότητα που δείχνει η ήρεμη κάμερα του και οι αργοί ρυθμοί του κόντρα στην βιασύνη του σύγχρονου σινεμά. Και η κάθε λεπτομέρεια λειτουργεί στο έπακρο για να συμβάλλει στην φιλοτέχνηση του πορτρέτου της οικογένειας. Το ότι ο πατέρας διαβάζει από Διογένη μέχρι Νόαμ Τσόμσκι και την Μαζική ψυχολογία του φασισμού ενώ η μητέρα είναι συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων σε σχέση και με την εικόνα που δείχνουν είναι αρκετά για να καταλάβουμε πολλά από την κοσμοθεωρία τους, περισσότερα από το να συζητήσουν για αυτά.
Μεγάλος μαέστρος της απλότητας, της καθημερινότητας και παράλληλα μιας πηγαίας ποιητικότητας που προκύπτει από την ίδια την ζωή και την ματαιότητα των πραγμάτων όπως αναδύεται γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι θυμίζοντας μας την εναρκτήρια φράση από την Άννα Καρένινα του Τολστόι «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι με τον δικό της τρόπο».














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων