Σύνοψη: Σε μια μετά θάνατον ζωή όπου οι ψυχές έχουν μία εβδομάδα για να αποφασίσουν πού – και με ποιον – θα περάσουν την αιωνιότητά τους, η Τζόαν (Elizabeth Olsen) βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο δύσκολη επιλογή της ύπαρξής της: ανάμεσα στον άντρα με τον οποίο πέρασε τη ζωή της (Miles Teller) και τον πρώτο της έρωτα (Callum Turner), που πέθανε νέος και την περίμενε 67 χρόνια για να ξανασμίξουν.
Άποψη: Ο David Freyne συνδυάζει μοντέρνες ευαισθησίες όσον αφορά πολιτικοκοινωνικές θεωρήσεις (είναι έμμεσες μεν αλλά υπάρχουν) και κάποιες πιο παραδοσιακές αξίες, σε μια κομεντί που ενδέχεται να «χτυπήσει φλέβα» σε μεγάλη μερίδα του κοινού γι’ αυτό ακριβώς το πάντρεμα, αλλά κι επειδή δεν φοβάται να είναι έντονα χιουμοριστική, γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές το πώς να ισορροπήσει το εν λόγω στοιχείο με το ρομάντζο αλλά και τη συγκίνηση εκεί που πρέπει.
Εντοπίζονται κάποια θεματάκια με τους κανόνες του φανταστικού σύμπαντος που επινοείται, από την άποψη ότι ενίοτε αναιρούνται κάπως βολικά για να εξυπηρετηθούν οι στροφές της πλοκής προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, όπως και μια «κοιλιά» προς το φινάλε που χαλάει σ’ έναν βαθμό τη μέχρι τότε αρκετά καλή ροή.

Το φιλμ όμως είναι γνήσια ψυχαγωγικό, διαθέτει συναίσθημα λαϊκό που απευθύνεται σε πολλούς και στέλνει τον μέσο θεατή σπίτι του μ’ ένα χαμόγελο. Αρετές που, μαζί μ’ ένα αρκετά παιχνιδιάρικο σενάριο, καλύπτουν και τον σχετικά χαμηλό προϋπολογισμό για μια μυθοπλασία που συνθέτει ένα πολύπλοκο μεταφυσικό σύμπαν με κινηματογραφικούς όρους.
Η σκιαγράφηση του ερωτικού τριγώνου που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας κινείται πάνω σε σωστές βάσεις, καθώς όλες οι πλευρές έχουν εν μέρει δίκιο αλλά και άδικο μέσα στην ιδιόμορφη κατάσταση στην οποία βρίσκονται, όπως και κάτι να κερδίσουν αλλά και να χάσουν ανεξαρτήτως έκβασης.
Ερμηνευτικά, το ευτύχημα είναι πως το κείμενο φέρνει τους Elizabeth Olsen και Miles Teller σε επαφή με το χάρισμά τους στην κωμωδία, που δυστυχώς δεν το έχουν αναδείξει όσο θα έπρεπε στο σύνολο της φιλμογραφίας τους. Τους ταιριάζει πολύ το εύθυμο ύφος και το εντάσσουν με τρόπο τέτοιο που δεν πηγαίνει «κόντρα» με τις πιο σοβαρές πτυχές του όλου δράματος.

Αρκετά διασκεδαστικοί σε δεύτερους ρόλους και οι Da’Vine Joy Randolph και John Early, μάλιστα η πρώτη δεν επαναπαύεται στο να αποτελεί απλά ακόμη μια ανάλαφρη νότα στο καστ κι επεξεργάζεται την ηρωίδα της και σε επίπεδα πέραν του προφανούς.
Παρά τις ατέλειες εδώ κι εκεί που είναι ορατές, το «Για Πάντα;» είναι ποιοτικά πιο πάνω από τον μέσο όρο του κινηματογραφικού είδους στο οποίο ανήκει στην τρέχουσα (και αρκετά δύσκολη για εκείνο, για μια σειρά λόγων) χρονική συγκυρία.
Ίσως να χάνει μια ευκαιρία να προσεγγίσει λίγο πιο υπαρξιακά τη συνθήκη που περιγράφει, άρα και να στοχεύσει ελαφρώς ψηλότερα σε σχέση με τα νοήματα, στο πεδίο όμως της αποτύπωσης των διαπροσωπικών σχέσεων και των δύσκολων εξισώσεών τους σίγουρα διέπεται από την ωριμότητα μιας δημιουργίας που απευθύνεται σ’ έναν αντίστοιχα κατασταλαγμένο σινεφίλ.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων