Σύνοψη: Στην πεδιάδα του Βένετο, δύο άνδρες στα πενήντα τους, ο Carlobianchi και ο Doriano, συναντούν τυχαία τον ντροπαλό νεαρό φοιτητή αρχιτεκτονικής Giulio. Μαζί περιπλανώνται από μπαρ σε μπαρ, αναζητώντας το “τελευταίο ποτό” της ημέρας. Μέσα από αυτήν την καθημερινή περιπλάνηση, κακές συμβουλές, hangover και απρόσμενες φιλίες θα αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους για τη ζωή και τον έρωτα.
Εμπνευσμένη από προσωπικά βιώματα και εικόνες της γενέτειρας του δημιουργού, η ταινία αποτυπώνει έναν κόσμο που αλλάζει , μια ύπαιθρο που χάνει την ταυτότητά της, ανθρώπους που αναζητούν νόημα μέσα στα απομεινάρια του παρελθόντος.
Όπως ένα τελευταίο ποτό στο τέλος της ημέρας μας καλεί να σταθούμε για λίγο, να κοιτάξουμε γύρω μας και να ανακαλύψουμε ξανά την ομορφιά στις πιο απλές, φευγαλέες στιγμές.
Άποψη: Η δεύτερη ταινία του Φραντσέσκο Σοσάι είναι μια χαμηλόφωνη αλλά γοητευτική περιπλάνηση σε μια Ιταλία που έχει αλλάξει — και σε ανθρώπους που αρνούνται να αλλάξουν μαζί της. Με χιούμορ, μελαγχολία και πολύ αλκοόλ, το “The Last One for the Road” ισορροπεί ανάμεσα στην καρδιά και την ακινησία.

Ο Iταλός σκηνοθέτης στήνει μια ιστορία που, τουλάχιστον επιφανειακά, μοιάζει απλή: δύο πενηντάρηδες φίλοι, χωρίς λεφτά αλλά με άφθονο χρόνο και ακόμα περισσότερο αλκοόλ, περιφέρονται από μπαρ σε μπαρ στη Βένετο, αναζητώντας — τι άλλο; — το επόμενο ποτό. Στην πορεία, μαζεύουν έναν νεότερο συνοδοιπόρο και μπλέκουν σε μικρές περιπέτειες που δεν αλλάζουν και πολλά, αλλά λένε περισσότερα απ’ όσα φαίνεται.
Το φιλμ πατά σε γνώριμο έδαφος: μια picaresque αφήγηση, χαρακτήρες που μοιάζουν μεγαλύτεροι από τη ζωή αλλά και λίγο καρικατούρες, μια δομή που πηγαίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο χωρίς σαφή κατεύθυνση. Και όμως, εκεί που θα μπορούσε να γίνει κουραστικό, κρατιέται ζωντανό χάρη στη χημεία των πρωταγωνιστών και μια διάχυτη αίσθηση μελαγχολίας που ποτέ δεν γίνεται βαριά.
Ο Σέρτζιο Ρομάνο και ο Πιερπάολο Καποβίλα ως Καρλομπιάνκι και Ντοριάνο δεν παίζουν απλώς φίλους — μοιάζουν σαν ένα παλιό ζευγάρι που έχει μάθει να ζει μέσα στη γκρίνια, την επανάληψη και την αμοιβαία εξάρτηση. Είναι αστείοι χωρίς να γίνονται γελοίοι και μελαγχολικοί χωρίς να ζητούν οίκτο. Η ταινία βρίσκει τον ρυθμό της ακριβώς εκεί που δεν πιέζει για κορυφώσεις. Δεν υπάρχει μεγάλο δράμα, δεν υπάρχει «σημαντική στιγμή» που αλλάζει τα πάντα. Αντίθετα, υπάρχει μια διαρκής αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει — και αυτό είναι κάπως το ζητούμενο. Η είσοδος του νεότερου Τζούλιο προσθέτει μια νέα δυναμική, αλλά μην περιμένετε κάποια «γενεαλογική σύγκρουση». Αντί για αυτό, η ταινία προτιμά να δείξει κάτι πιο πικρό: ότι ίσως οι νέοι δεν είναι τόσο διαφορετικοί από τους παλιούς — απλώς δεν έχουν φτάσει ακόμα στο ίδιο σημείο.

Ο Σοσάι αποφεύγει συνειδητά την εξιδανίκευση. Παρόλο που οι ήρωες είναι συμπαθείς, δεν τους παρουσιάζει ως ρομαντικές φιγούρες. Υπάρχει πάντα μια υπόγεια θλίψη: η αίσθηση ότι ο χρόνος έχει περάσει και δεν επιστρέφει. Και όμως, η ταινία δεν γίνεται ποτέ καταθλιπτική. Αντίθετα, βρίσκει μια περίεργη χαρά σε αυτή την ακινησία. Το χιούμορ είναι ήπιο αλλά αποτελεσματικό, και οι μικρές στιγμές — μια κουβέντα, μια διαδρομή, ένα ποτό — έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε «πλοκή».
Δεν είναι όλα τέλεια. Η χαλαρή δομή μπορεί να κουράσει, και η έλλειψη δραματικής κορύφωσης ίσως αφήσει κάποιους θεατές ανικανοποίητους. Επίσης, οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται ιδιαίτερα — αλλά αυτό μάλλον είναι συνειδητή επιλογή.
Τελικά, το “The Last One for the Road” είναι μια ταινία για το να μένεις λίγο παραπάνω — σε ένα μπαρ, σε μια στιγμή, σε μια ζωή που ίσως δεν πήγε όπως περίμενες. Δεν προσφέρει μεγάλες αποκαλύψεις ούτε συγκλονιστικά twists. Προσφέρει όμως κάτι πιο σπάνιο: μια αίσθηση οικειότητας.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων