Σύνοψη: Βασισμένο στην πραγματική ιστορία ορισμένων απογοητευμένων Ευρωπαίων, που μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τον πολιτισμό και να εγκατασταθούν στο νησί Floreana των Νησιών Galapagos. Εκεί, όμως, σταδιακά ανακαλύπτουν πως η πραγματική απειλή βρίσκεται μέσα τους.
Άποψη: Στο ξεκίνημα της ταινίας Το Νησί, οι κινήσεις των χαρακτήρων βγάζουν απόλυτο νόημα. Άλλωστε, ζούμε κι εμείς σε μια συγκυρία που η οικονομική κρίση έχει γίνει πιο δυνατή κι από τον σκέτο, διπλό καφέ που μας αναγκάζει να ξυπνήσουμε κάθε πρωί, ο φασισμός έχει πάρει και πάλι τα (πολύ) πάνω του, στη διπλανή γειτονιά διαπράττονται σωρηδόν εγκλήματα πολέμου, και, όπως και να το κάνει καμιά, η ιδέα του να μετοικήσουμε σε ένα απομακρυσμένο νησί όπου το βάσανο του καπιταλισμού δεν θα αιωρείται απειλητικά πάνω από το κεφάλι μας, ακούγεται χάρμα.
Ο παραλληλισμός που επιχειρεί ο σκηνοθέτης Ron Howard από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της ταινίας, δεν πέφτει, λοιπόν, στο κενό. Στο κενό πέφτει, δυστυχώς, όλο το υπόλοιπο εγχείρημα.

Το τοπίο, αν και προσφέρεται για επιβλητικά, απειλητικά, όσο και πανέμορφα πλάνα, καθώς μιλάμε για ένα απάτητο νησί των Galapagos με πλούσια, άγρια βλάστηση, μένει ουσιαστικά ανεκμετάλλευτο, αφού ο παλαίμαχος σκηνοθέτης αρκείται σε μερικά όμορφα καδραρίσματα, κενά όμως από οποιαδήποτε φρεσκάδα και συναίσθημα.
Οι ηθοποιοί, το βασικό του εργαλείο, προσπαθούν να σώσουν την κατάσταση – ανεπιτυχώς. Ή, μάλλον, θα έπρεπε να τονίσουμε, κάποιοι από αυτούς προσπαθούν. Γιατί το μεγάλο όνομα, και κάποτε αγαπημένος της συντάκτριας, Jude Law, φαίνεται να βαριέται αφάνταστα όλο το πανηγύρι, καθισμένος στη γωνιά του, έτοιμος για τη στιγμή που θα τελειώσει το μαρτύριο και θα πάει σπίτι του να παίξει το ατάρι του, σαν εκνευρισμένο δεκάχρονο που το κράτησαν έξτρα ώρα στο σχολείο.
Και πρόκειται όντως για μαρτύριο – εντός και εκτός οθόνης. Επί δύο ώρες και εννέα λεπτά παρακολουθούμε ανθρώπους να τα βάζουν με καιρικές συνθήκες, άγρια ζώα, έλλειψη τροφής και έλλειψη νερού· να τσακώνονται σε ακραία επίπεδα μεταξύ τους, με το βακτήριο της κατοχής και της εξουσίας να τους έχει μολύνει πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να τους μολύνει οποιοδήποτε άλλο βακτήριο στο νησί. Γνωρίζοντας ότι η ιστορία έχει αληθινή βάση, όλα αυτά θα έπρεπε είναι τουλάχιστον ανατριχιαστικά. Είναι απορίας άξιον, λοιπόν, πώς καταφέρνει μια τέτοια ομάδα (Ron Howard, Jude Law, Ana de Armas, Vanessa Kirby, Sydney Sweeney) να δημιουργήσει ένα τόσο βαρετό αποτέλεσμα.

Μια συρραφή συμβατικών, προβλέψιμων πλάνων, που επικεντρώνονται στο εξίσου συμβατικό και άψυχο παίξιμο των εντυπωσιακών (εμφανισιακά) ηθοποιών, και που διακόπτονται σποραδικά από μανιώδη βογγητά, τα οποία χωρίζονται σε δύο, κυρίως, κατηγορίες: α) παθιασμένο σεξ, β) κάποια γυναίκα τρέχοντας αλαφιασμένη σκόνταψε κι έπεσε στις λάσπες, όπου και θα παραμείνει σερνάμενη μέχρι να εμφανιστεί ένα αρσενικό να τη βοηθήσει.
Η αλήθεια είναι πως δεν χρειαζόμαστε καμιά ιστορία και καμία ταινία να μας δείξει σε πόσο χαμηλά επίπεδα μπορεί να φτάσει ο όποιος άνθρωπος, πόσο εύκολο είναι να καταπατήσεις τις αρχές σου όταν η ζωή σου απειλείται, και πόσο πανίσχυρο τέρας είναι τα λεφτά, η εξουσία, κι ο καπιταλισμός. Τις ταινίες, αντίθετα, τις χρειαζόμαστε για να ξύσουν αυτή την επιφάνεια, να σκάψουν βαθιά, να ανασύρουν από μέσα μας σκέψεις και συναισθήματα άρρητα χωρίς αυτές. Την ιστορία τη χρειαζόμαστε ώστε να βρούμε μέσα της τον τρόπο να την ανατρέψουμε, όχι για να τη βλέπουμε να επαναλαμβάνεται σε μια αέναη λούπα.
Η ταινία αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα – εκτός από ένα. Ο εύστοχος σχολιασμός στην αρχή και το τέλος της λειτουργεί ως ένα καμπανάκι κινδύνου για μας σήμερα. Απληστία, φασισμός, εξουσία – ένα ανίκητο, κατά τα φαινόμενα, τρίπτυχο. Ποια θέση, όμως, διαλέγουμε εμείς απέναντί του;














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων