"The hack": Υπερφορτωμένο από πληροφορία και από επίδειξη ικανοτήτων
Σύνοψη: Η πραγματική ιστορία του σκανδάλου παρακολούθησης συνομιλιών από τη Βρετανική εφημερίδα News of the World, και η σχέση της με τον άλυτο φόνο ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, ένα από τα μεγαλύτερα αστυνομικά μυστήρια στη Βρετανία.
ΣΧΕΤΙΚΑ"Big mistakes": Πυροτέχνημα εντυπωσιασμού
Άποψη: Υπάρχει ένα αρχαίο ρητό που λέει πως ο David Tennant μπορεί να παίξει τα πάντα, με μοναδικό τρόπο, κατορθώνοντας να χρωματίσει εκπληκτικά ακόμα και το πιο βαρετό σενάριο. Ισχύει. Όταν δε το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι εφάμιλλα του δικού του ταλέντου, μπορούμε να μιλήσουμε μέχρι και για θαύμα.
Δυστυχώς, όμως, δεν πρόκειται να μιλήσουμε για θαύμα εδώ. Εκτός και αν θεωρείται θαύμα το να έχεις στα χέρια σου τρεις εξαίσιους ηθοποιούς (David Tennant, Robert Carlyle, Toby Jones), ένα από τα πιο καυτά σκάνδαλα παγκοσμίως με τεράστιες προεκτάσεις στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τις ειδήσεις και το πώς αυτές προβάλλονται, σεναριογράφους που πετάνε τις έξυπνες ατάκες σαν καραμέλες, και τελικά να καταλήγεις με μία ακόμα σειρά που ξεσκεπάζει συνομωσίες (οικείες πια, όσο και ο πρωινός καφές μας) και αγωνίζεται να βρει έναν “έξυπνο” τρόπο να το κάνει.

Αυτό είναι, πάνω-κάτω, το The Hack. Μια σειρά 7 επεισοδίων, στην οποία συναντιούνται ο σκηνοθέτης Lewis Arnold (σκηνοθέτης και δημιουργός του αξέχαστου Broadchurch), ο σεναριογράφος Jack Thorne (του γνωστού Adolescence) και η Annalisa D’Innella (συμμετοχή στο σενάριο του Sex Education). Μια αρκετά αξιόλογη ομάδα, που όμως εδώ δεν καταφέρνει να μας συνεπάρει όσο θα περιμέναμε.
Οι ερμηνείες είναι άνω του μετρίου. Η σκηνοθεσία φαίνεται να κάνει ό,τι μπορεί. Το ίδιο το πρώτο υλικό είναι εκ πρώτης όψεως εντυπωσιακό, αν όμως το σκεφτεί κανείς καλύτερα αντιλαμβάνεται ότι μιλάμε για μια αρκετά περίπλοκη ιστορία (εάν φυσικά δεν είσαι δημοσιογράφος ή πολιτικός) με αρκετούς χαρακτήρες (και για άτομα εκτός Βρετανίας, αρκετά άγνωστα ονόματα). Τελικά, βρίσκουμε πως το The Hack υστερεί στο σενάριο.
Ξεκινώντας την ιστορία σπάζοντας τον 4ο τοίχο και γνωρίζοντάς μας τον κεντρικό χαρακτήρα, τον δημοσιογράφο Nick Davies (Tennant), τη στιγμή που προσπαθεί να γράψει το βιβλίο του, στο οποίο αποκαλύπτει πως δημοσιογράφοι σε συγκεκριμένα μέσα παρακολουθούν παράνομα τις συνομιλίες πολλών γνωστών και άγνωστων ατόμων προκειμένου να γράψουν τα θέματά τους, χρησιμοποιεί ένα αρχικά ευφυές εύρημα, που όμως κάπου στο τρίτο με τέταρτο επεισόδιο αρχίζει να κουράζει. Ο Tennant μιλώντας κατευθείαν στον φακό, αφηγείται την ιστορία, όσο εμείς βλέπουμε τους χαρακτήρες να αλληλεπιδρούν με τον Nick ακόμα και αν δεν έχουν θέση στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Ακούγεται μπερδεμένο, μάλλον επειδή είναι. Λειτουργεί, παρ’ όλ’ αυτά, αρκετά καλά, δίνοντας ένα γρήγορο τέμπο στην κινηματογράφηση και μια φρεσκάδα στο τελικό αποτέλεσμα. Το θετικό αυτό συναίσθημα, όμως, δυστυχώς δεν κρατά πολύ, καθώς σύντομα το εύρημα καταντά προβλέψιμο, χωρίς να προσθέτει κάτι. Καταλήγουμε, έτσι, να νιώθουμε τον εγκέφαλο υπερφορτωμένο τόσο από πληροφορία όσο και από επίδειξη ικανοτήτων.
Προσθέτοντας μπέρδεμα στην υπόθεση, ο Carlyle εμφανίζεται στο δεύτερο επεισόδιο ως DCS Dave Cook (θα σας πω εδώ κάτι που μου πήρε τρία επεισόδια να καταλάβω: DCS = Detective Chief Superintendent, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό). Ο DCS παίρνει εντολή να ξανανοίξει μια παλιά υπόθεση ενός άλυτου φόνου, και τα πράγματα στη ζωή του περιπλέκονται. Πώς αυτό συνδέεται με την ιστορία του Nick; Θα σας πάρει ώρες, αλλά τελικά θα μάθετε.
Στα θετικά της σειράς προστίθενται η μικρή της διάρκεια και η σημασία της ιστορίας που αφηγείται. Στα αρνητικά, η σταδιακή μείωση του ενδιαφέροντός μας. Και κλίνουμε με το ερώτημα: Μήπως θα ήταν καλύτερα, απλά να διαβάζαμε μερικά σχετικά άρθρα.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων