"Death valley": Εξαιρετικά υλικά, μέτριο αποτέλεσμα
Σύνοψη: Ένας ηθοποιός που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, αφού έπαιζε για χρόνια τον πανέξυπνο ντετέκτιβ σε μια γνωστή τηλεοπτική σειρά, ενώνει τις δυνάμεις του με μια νεαρή, πραγματική ντετέκτιβ της τοπικής αστυνομίας, για να λύσουν μαζί μια σειρά από ανεξιχνίαστους φόνους.
ΣΧΕΤΙΚΑ"Gone": Επενδύει στην αμφιβολία, όχι στην αγωνία
Άποψη: Υπάρχουν μερικές συνταγές που έχουν όλα τα σωστά συστατικά, περιέχουν όλα όσα συνήθως σου αρέσουν, ακούγονται λαχταριστές, αλλά, μετά την εκτέλεση, το τελικό αποτέλεσμα είναι από μέτριο ως αδιάφορο, χωρίς να μπορείς να εξηγήσεις ακριβώς το γιατί. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την κωμική σειρά μυστηρίου Death Valley. Ενώ τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται ένα προς ένα φαίνονται εξαιρετικά, όταν μπουν όλα μαζί στο μπλέντερ, κάτι δεν δουλεύει. Μία πιθανότητα είναι το πρόβλημα να βρίσκεται στη δοσολογία. Μία άλλη είναι να βρίσκεται στην ίδια την εκτέλεση.
Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με μία αρκετά γνώριμη σκηνή (γνώριμη, τουλάχιστον, σε όσα άτομα έχουν δει έστω 5 επεισόδια αστυνομικής σειράς στη ζωή τους). Δύο άτομα συζητούν στην είσοδο ενός σπιτιού, όταν ξαφνικά ακούγεται ένας πυροβολισμός, τρέχουν μέσα, και βρίσκουν τον σύζυγο της μίας νεκρό, με μια σφαίρα στο κεφάλι και ένα όπλο στο χέρι του.

Καθόλου αναπάντεχα, αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που είναι, οπότε κάπως έτσι αρχίζουμε να παρακολουθούμε τη νεαρή ντετέκτιβ Janie Mallowan, την οποία υποδύεται απολαυστικά η Gwyneth Keyworth (ένα από τα εξαιρετικά συστατικά της συνταγής), να προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα της αυτοκτονίας/φόνου σε μια μικρή, ήρεμη, χαριτωμένη πόλη της Ουαλίας.
Για να το καταφέρει, ζητά τη βοήθεια του συνταξιοδοτημένου ηθοποιού John Chapel (ίσες δόσεις απόλαυσης και εκνευρισμού από τον Timothy Spall, πράγμα βέβαια που οφείλεται στον χαρακτήρα που υποδύεται, και η ικανότητά του να το κάνει τόσο καλά τον καθιστά το δεύτερο εξαιρετικό συστατικό της συνταγής). Ο Chapel τυγχάνει να είναι γείτονας του πρώτου θύματος και ίνδαλμα της νεαρής ντετέκτιβ, λόγω της ευφυίας και των ερευνητικών ικανοτήτων του χαρακτήρα του – που, όπως ανακαλύπτουμε, μέσα από τα πολλά χρόνια εξάσκησης έχουν περάσει και στον ίδιο.
Και εκεί συναντάμε το τρίτο υπέροχο συστατικό, που δεν είναι άλλο από τη σχέση των δύο πρωταγωνιστών μεταξύ τους και τις έξυπνες ατάκες που πετάνε ο ένας στον άλλον. Το ιδιαίτερο χιούμορ είναι αυτό που δένει τα υλικά μεταξύ τους και μας αποτρέπει από το να πετάξουμε το φαΐ, αποτελώντας την κύρια αιτία της εσωτερικής μας πάλης και αναρώτησης: μήπως να μην κλείσω τελικά την τηλεόραση; μήπως θα βελτιωθεί η κατάσταση παρακάτω;

Δυστυχώς, η κατάσταση δεν βελτιώνεται ιδιαίτερα. Αν και οι υποθέσεις που αναλάμβανε το παράξενο δίδυμο φαίνονται εκ πρώτης όψεως αρκετά εμπνευσμένες, και αν και το παράξενο δίδυμο δίνει πράγματι τον καλύτερό του εαυτό, τα επεισόδια δεν κυλούν, η πλοκή δεν είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, ο ρυθμός είναι περισσότερο αργός απ' όσο σηκώνει μια ανάλαφρη κωμωδία που βλέπει κανείς με μόνο σκοπό να χαλαρώσει, και κάποιοι από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες μένουν άδικα στη σκιά, μετέωροι.
Παρ' όλ' αυτά, το Death Valley καταφέρνει να μας χαρίσει μερικές στιγμές πραγματικού γέλιου, και άρα πραγματικής απόλαυσης. Είναι, όμως, σαν να ψήνεις πίτσα σε φούρνο μικροκυμάτων ενώ έχεις δίπλα σου ξυλόφουρνο – όσο και να σου αρέσει τελικά (αφού πάντα είναι νόστιμη η πίτσα) γνωρίζεις πολύ καλά ότι θα μπορούσε να ήταν τελικά πολύ, πολύ καλύτερη.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων