Θα το βρείτε: Netflix
Tο “The Perfect Neighbor” δεν είναι εύκολη θέαση — ούτε προσπαθεί να γίνει. Το υποψήφιο για Όσκαρ, ντοκιμαντέρ της Γκίτα Γκαντμπίρ παίρνει μια υπόθεση που ακούστηκε για λίγες μέρες στα αμερικανικά δελτία ειδήσεων και τη μετατρέπει σε ένα εξοργιστικό πορτρέτο της αμερικανικής παράνοιας γύρω από τα όπλα, τη φυλή και την ιδέα ότι ένα μαύρο παιδί που παίζει έξω, μπορεί να θεωρηθεί «απειλή».
Υπάρχει μια στιγμή στο “The Perfect Neighbor” όπου σχεδόν ξεχνάς ότι βλέπεις ντοκιμαντέρ. Όχι επειδή η ταινία γίνεται «κινηματογραφική» με τον συμβατικό τρόπο, αλλά επειδή όσα συμβαίνουν μοιάζουν υπερβολικά παράλογα για να είναι αληθινά. Μια λευκή γυναίκα στη Φλόριντα καλεί ξανά και ξανά την αστυνομία επειδή παιδιά παίζουν κοντά στο σπίτι της. Οι αστυνομικοί φτάνουν, κοιτούν γύρω τους, μιλούν με γείτονες, καταλαβαίνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα επικίνδυνο και φεύγουν. Και μετά η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Η Γκίτα Γκαντμπίρ χτίζει το φιλμ αποκλειστικά μέσα από ήδη υπάρχον υλικό: body cams αστυνομικών, κάμερες ασφαλείας, βίντεο κινητών. Δεν «ειδικοί» που εξηγούν τι πρέπει να νιώσεις. Η ταινία σε πετάει κατευθείαν μέσα στη γειτονιά και σε αναγκάζει να παρακολουθήσεις πώς μια κατάσταση που όλοι βλέπουν ότι είναι επικίνδυνη συνεχίζει να αντιμετωπίζεται σαν ενοχλητική γραφειοκρατική λεπτομέρεια.Και αυτό είναι που κάνει το φιλμ τόσο εξοργιστικό. Όλοι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει εκτός από το σύστημα που υποτίθεται ότι υπάρχει για να προστατεύει ανθρώπους.

Η γυναίκα στο κέντρο της υπόθεσης, η Σούζαν, δεν παρουσιάζεται σαν κάποια κραυγαλέα κινηματογραφική «κακιά». Είναι ψυχρή, πεισματική, παθητικά επιθετική — και ακριβώς γι’ αυτό ανατριχιαστική. Τα ίδια τα παιδιά αποκαλύπτουν ότι χρησιμοποιούσε ρατσιστικές εκφράσεις όταν τους μιλούσε, ενώ η ίδια υπερασπίζεται τον εαυτό της χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Κάποια στιγμή μάλιστα αυτοαποκαλείται «η τέλεια γειτόνισσα». Είναι από εκείνες τις ατάκες που αν τις έγραφε σεναριογράφος, θα έλεγες ότι το παράκανε.
Το τραγικό σημείο καμπής έρχεται όταν η Ατζίκε Όουενς, μητέρα ενός από τα παιδιά που είχε παρενοχλήσει η Σούζαν, πηγαίνει στο σπίτι της για να την αντιμετωπίσει και ότι ανατριχιαστικό ακολουθεί μετά. Κι όμως, ακόμα και τότε, η αστυνομία δεν τη συλλαμβάνει αμέσως. Αυτό είναι ίσως το πιο σοκαριστικό στοιχείο της ταινίας: η αίσθηση ότι το σύστημα χρειάζεται σχεδόν να πειστεί πως μια μαύρη γυναίκα αξίζει δικαιοσύνη. Το “The Perfect Neighbor” δεν χρειάζεται να φωνάξει πολιτικά συνθήματα. Η ίδια η καταγραφή των γεγονότων λειτουργεί σαν κατηγορητήριο.
Σκηνοθετικά, η Γκαντμπίρ κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Δεν μοντάρει το υλικό σαν true crime θέαμα. Δεν υπάρχει εκείνη η αρρωστημένη αισθητική «κατανάλωσης τραγωδίας» που έχουν πολλές streaming παραγωγές. Αντίθετα, αφήνει τις σκηνές να αναπνέουν. Η γειτονιά αποκτά υπόσταση. Είναι κοινότητα. Και παρακολουθούμε το θύμα μέσα από τα μάτια των παιδιών της, των φίλων της, των ανθρώπων γύρω της. Και το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο σκληρό από οποιοδήποτε τηλεοπτικό δράμα.

Δυστυχώς στις ΗΠΑ συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τα όπλα σαν πολιτισμικό δικαίωμα και τον φόβο σαν νόμιμη δικαιολογία για φόνο. Και φυσικά αυτός ο «φόβος» έχει σχεδόν πάντα φυλετικό πρόσωπο.
Το “The Perfect Neighbor” δεν είναι τέλειο ως φιλμ. Υπάρχουν στιγμές όπου η επανάληψη του υλικού δημιουργεί μια αίσθηση συναισθηματικής εξάντλησης, ενώ η απουσία ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου ίσως αφήσει κάποιους θεατές να ζητούν περισσότερη ανάλυση. Αλλά ίσως αυτό να είναι και το νόημα. Η ταινία δεν θέλει να «αναλύσει» την Αμερική όσο να την εκθέσει: μια χώρα όπου παιδιά φοβούνται να παίξουν έξω, όπου μια λευκή γυναίκα μπορεί να μετατρέψει την προσωπική της εμπάθεια σε ένοπλη απειλή και όπου η δικαιοσύνη έρχεται μόνο αφού προηγηθεί δημόσια κατακραυγή.
Το φιλμ τελειώνει αφήνοντας πίσω του περισσότερο θυμό παρά κάθαρση.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων