Θα το βρείτε: Netflix
Το Jay Kelly του Νόα Μπάουμπακ είναι μια καλοκουρδισμένη, στιλπνή αλλά συχνά υπερβολικά καθαρή ιστορία για έναν άντρα που προσπαθεί να βρει τον πραγματικό του εαυτό κάτω από δεκαετίες δημόσιας περσόνας. Με τον Τζορτζ Κλούνεϊ στο κέντρο και τον Άνταμ Σάντλερ μάλλον να κλέβει την παράσταση σε έναν βαθμό, η ταινία κινείται ανάμεσα στη σάτιρα της διασημότητας και στο δράμα μιας οικογενειακής αποξένωσης.
Μια ιστορία για έναν διάσημο ηθοποιό που δεν ξέρει πια ποιος είναι χωρίς τους ρόλους που παίζει. Ο Νόα Μπάουμπακ και η Έμιλι Μόρτιμερ χτίζουν ένα σενάριο που παίζει έξυπνα με ό,τι ήδη γνωρίζουμε για τον Κλούνεϊ — τη γοητεία του, τη δημόσια εικόνα του, την ικανότητά του να γεμίζει το κάδρο χωρίς να το πνίγει. Αλλά σε αντίθεση με τις πιο πολυεπίπεδες δουλειές του Μπάουμπακ, εδώ το σενάριο είναι πιο αστραφτερό από όσο χρειάζεται, σαν ταινία που φοβάται να λερωθεί.
Το φιλμ ξεκινά με τον Τζέι στο τελευταίο γύρισμα μιας σκηνής θανάτου. Αμέσως ζητά επιβεβαίωση: «Να το ξανακάνουμε; Μήπως δεν ήταν αρκετά αληθινό;» Η λεπτή αυτή ανασφάλεια, που ο Κλούνεϊ αποδίδει με απόλυτη φυσικότητα, δείχνει έναν ηθοποιό που έχει ξεχάσει τι σημαίνει να λειτουργείς χωρίς χειροκρότημα. Δίπλα του, ο Ρον — ο Άνταμ Σάντλερ σε μια πραγματικά καλή, χαμηλότονη δραματική εμφάνιση — μιλά με τον ίδιο τόνο στο τηλέφωνο προς την κόρη του και προς τον διάσημο πελάτη του. Για τον Ρον, ο Τζέι είναι παιδί, υποχρέωση, βάρος και πηγή χρημάτων ταυτόχρονα. Ο Σάντλερ δίνει σε αυτή τη σχέση μια αίσθηση φθοράς, σαν έναν άντρα που έχει μαζέψει πάνω του τα θραύσματα της ζωής κάποιου άλλου.

Από εκεί και πέρα, η ταινία συσσωρεύει τα προβλήματα του Τζέι: η μικρή του κόρη φεύγει για το καλοκαίρι στην Ιταλία, η μεγάλη του κόρη Τζέσικα επιμένει πως δεν έχει ιδέα τι σημαίνει να τον έχει πατέρα, και έρχεται η είδηση του θανάτου του Πίτερ Σνάιντερ, του σκηνοθέτη που του έδωσε την πρώτη του μεγάλη ευκαιρία. Ο Τζιμ Μπρόντμπεντ εμφανίζεται σύντομα αλλά δυνατά ως άνθρωπος που «παρακαλούσε να βάλει ο Τζέι το όνομά του στο πρότζεκτ» — μια λεπτομέρεια που χτυπάει ακριβώς στο σημείο που πρέπει: την ενοχή του σταρ που έχει ξεχάσει πώς έφτασε στην κορυφή. Η πιο εκρηκτική στιγμή του πρώτου μέρους προκύπτει από τη συνάντηση με τον Τίμοθι, έναν παλιό φίλο που του πετάει κατάμουτρα: «Σε μισώ. Μου πήρες τη ζωή.» Ο Μπίλι Κράνταπ μετατρέπει μια σκηνή ποτού σε μικρό ψυχολογικό θρίλερ, υπενθυμίζοντας ότι το σινεμά είναι γεμάτο άντρες που έγιναν διάσημοι επειδή κάποιος άλλος δεν έγινε.
Μετά την πρώτη ώρα, το Jay Kelly γίνεται ταινία δρόμου, με τον Τζέι να ταξιδεύει προς την Ιταλία για να βρει την κόρη του και να δεχτεί μια τιμητική διάκριση σε φεστιβάλ. Ο Κλούνεϊ είναι εξαιρετικός σε αυτές τις σκηνές, γεμάτος περιέργεια μπροστά σε ανθρώπους που δεν ξέρουν (ή κάνουν πως δεν ξέρουν) ποιος είναι. Αλλά το σενάριο του Μπάουμπαχ αρχίζει να δείχνει τις ραφές του: μια υπόθεση με κλοπή τσάντας που χρησιμοποιείται αργότερα ως σεναριακό βολικό εργαλείο, κάποιες μονοδιάστατες φιγούρες που υπάρχουν μόνο για να διδάξουν στον ήρωα ένα μάθημα. Το ίδιο ισχύει και για δύο ρόλους που θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες: ο Στέισι Κιτς ως πατέρας του Τζέι και ο Πάτρικ Γουίλσον ως ο «δεύτερος καλύτερος πελάτης» του Ρον. Και οι δύο λειτουργούν σαν μάρτυρες στο ταξίδι του Τζέι, αλλά ελάχιστα σαν πραγματικοί χαρακτήρες.
Το θέμα είναι πως όσο η ταινία υποστηρίζει ότι ψάχνει το «αληθινό», τόσο πιο κατασκευασμένη φαίνεται. Η κινηματογράφηση του Λάινους Σάνγκρεν, όσο όμορφη κι αν είναι, ενισχύει αυτή την αποστειρωμένη αίσθηση. Το ίδιο και η υπερβολικά στρογγυλεμένη μουσική του Νίκολας Μπριτέλ.

Ο Ρον του Άνταμ Σάντλερ είναι η καρδιά της ταινίας. Κάθε φορά που ο Τζέι αφήνει συναισθηματικά ερείπια γύρω του, ο Ρον είναι εκεί να τα μαζέψει. Η σχέση τους είναι περίπλοκη, σκληρή και αληθινή: «Φίλοι» στο χαρτί, αλλά πάντα με τη σκιά της οικονομικής εξάρτησης. Ο Σάντλερ ενσαρκώνει έναν άντρα που έχει χάσει τόσα πολλά στη ζωή του χωρίς κανείς να του το αναγνωρίσει. Όταν ο Τζέι έχανε τις σχολικές συναυλίες για τα γυρίσματα, μάλλον τις έχανε και ο Ρον. «Οι Ρον δεν λαμβάνουν tributes». αΕίναι η καλύτερη δραματική δουλειά που έχει κάνει από το Uncut Gems.
Και όταν η Τζέσικα, σε μια από τις κορυφαίες σκηνές της ταινίας, λέει στον Τζέι Κέλι: «Είναι οδυνηρό να βλέπεις τον πατέρα σου να παίζει τον τέλειο γονιό στην οθόνη ενώ δεν τον είχες ποτέ στο σπίτι», το Jay Kelly επιτέλους βρίσκει την αλήθεια που ψάχνει.
Η τελική σκηνή αποφεύγει τον πειρασμό της εύκολης λύτρωσης. Ο Μπάουμπαχ επιλέγει κάτι πιο ήρεμο και πιο έντιμο: μια στιγμή αναγνώρισης του ποιος είναι τελικά ο Τζέι Κέλι. Όχι λύση — αλλά επίγνωση.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων