Θα το βρείτε: Cinobo
Σύνοψη: Η Aurora έχει μεταναστεύσει από την Πορτογαλία στη Σκωτία για ένα καλύτερο μέλλον. Δουλεύει σε μια αποθήκη ως picker για να βγάλει τα προς το ζην, αλλά βρίσκεται σε μια φάση συνεχούς αναζήτησης για καλύτερες ευκαιρίες.
Ταυτόχρονα προσπαθεί να τα φέρει εις πέρας με μια καθημερινότητα που της αφήνει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο διαθέσιμο, όπως και με τη μοναξιά που νιώθει σ’ έναν νέο τόπο με ανθρώπους που δεν γνωρίζει.
Άποψη: Παρακολουθώντας το εν λόγω σκηνοθετικό ντεμπούτο, πολλοί θα κάνουν εύλογα συγκρίσεις με το σινεμά του Ken Loach, ίσως όμως το φιλμ της Laura Carreira να έχει ακόμη περισσότερα κοινά με το έργο της μεταγενέστερης Icíar Bolla

Η πραγματικότητα της Aurora έτσι όπως καταγράφεται από τον φακό παραείναι οικεία για να μην υπάρξει σημείο ταύτισης, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού στον δυτικό κόσμο στην τρέχουσα συγκυρία, ακόμη και για όσους δεν έχουν την ιδιότητα του μετανάστη.
Δεν αρθρώνεται καταγγελτικός λόγος με την κλασική έννοια, ούτε εντοπίζονται αναφορές που να γίνονται πολύ συγκεκριμένες σχετικά με την υπαρκτή πολιτική πραγματικότητα εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η ιστορία, όμως μέσα από μια σειρά σκηνών, και με την εσκεμμένα επαναλαμβανόμενη φύση τους, διατυπώνεται εμμέσως πλην σαφώς ότι το σημερινό οικονομικό μοντέλο που ισχύει στον ανεπτυγμένο κόσμο και δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο μια βιώσιμη ισορροπία ανάμεσα σε απασχόληση και προσωπική ζωή κουβαλάει πολλά προβλήματα που επείγει να λυθούν όσο αμεσότερα γίνεται.
Βέβαια το φινάλε που έχει μια καθησυχαστική χροιά είναι κάπως αφελές, και ακυρώνει εν μέρει αρκετά από τα πιο ουσιώδη στοιχεία του σεναρίου. Η πεποίθηση της Carreira ότι με την αλληλεγγύη σε πρώτο πλάνο “θα βρεθεί μια άκρη” είναι μεν καλοσυνάτη, αλλά και αρκετά αφηρημένη, σε μια χρονική στιγμή που και η τέχνη ακόμη οφείλει να δίνει κάτι πιο χειροπιαστό στο κοινό της.

Και αν η σκηνοθετική γραμμή που ακολουθείται ως προς το ύφος και το πνεύμα έχει τις προαναφερθείσες επιρροές, η καθοδήγηση που παρέχεται στην έξοχη Joana Santos στον πρωταγωνιστικό ρόλο θυμίζει περισσότερο την σχολή που έχουν καθιερώσει σε βάθος δεκαετιών οι Dardenne. Πρόκειται για ένα πορτρέτο που δεν έχει την παραμικρή δόση υπερβολής, απόλυτα μετρημένο στο τι θα εξωτερικεύσει στον θεατή ως πληροφορία, προσγειωμένο σε όλες του τις παραμέτρους αλλά ποτέ απόμακρο. Είναι μια ερμηνεία που δουλεύει εντελώς αθόρυβα, αλλά πάρα πολύ αποτελεσματικά. Προτεραιότητα εδώ έχει να νιώσουμε αυτήν τη γυναίκα ως μια τρισδιάστατη ηρωίδα της βιοπάλης, όχι οι εντυπωσιασμοί.
Δεν γίνονται όλα σωστά στο 100%, όμως το ταλέντο πίσω από την κάμερα είναι ευδιάκριτο και σίγουρα φαίνονται οι βάσεις μια προσωπικής υπογραφής που έχει μελλοντικές δυνατότητες. Και είναι φυσικά πάντα ευχάριστο να διαπιστώνει κανείς για μία ακόμη φορά πως το βρετανικό κινηματογραφικό βλέμμα διατηρεί διαχρονικά μια ευαισθησία απέναντι στην εργατική τάξη λόγω της παράδοσης του kitchen sink realism που ανανεώνεται και αναθεωρείται από γενιά σε γενιά.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων