Berlinale 26 - Ιζαμπέλ Ιπέρ: "αν αρχίσεις να σκέφτεσαι υπερβολικά, αποτυγχάνεις"
Η Ιζαμπέλ Υπέρ και η Berlinale έχουν μια σχέση αμοιβαίας αγάπης, καθώς πολλές ταινίες της πολύχρονης καριέρας της έχουν προβληθεί στο γερμανικό φεστιβάλ, ενώ το 2022 της απονεμήθηκε και η Τιμητική Χρυσή Άρκτος για το σύνολο της προσφοράς της στον κινηματογράφο.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Η μεγάλη κυρία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου βρέθηκε και φέτος στο Βερολίνο, όπου προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού το “The Blood Countess”, η τελευταία ταινίας της θρυλικής Γερμανίδας εικαστικού και κινηματογραφίστριας Ουλρίκε Ότινγκερ. Εκεί, η Υπέρ υποδύεται δεν υποδύεται απλά ένα βαμπίρ, αλλά την απέθαντη εκδοχή της κοντέσας Ελίζαμπεθ Μπάθορι, μιας πραγματικής φυσιογνωμίας που θεωρείται η πιο γνωστή serial killer στην ιστορία της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας,
Εμείς, προφανώς, δεν χάσαμε την ευκαιρία να τη συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί της μεταξύ άλλων για τα υπαρξιακά ερωτήματα που κρύβονται στον βαμπιρικό μύθο, το μέλλον του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αλλά και την ερώτηση που δεν μπορούσαμε να μην της κάνουμε: θα ήθελε η Ιζαμπέλ Υπέρ να ζήσει για πάντα;
Γνωρίζατε όλα αυτά τα μέρη της Βιέννης όπου εκτυλίσσεται το “The Blood Countess”;
Γνώριζα πολλά σημεία της Βιέννης, αυτά που γνωρίζουν βέβαια και οι περισσότεροι που την επισκέπτονται ως τουρίστες. Αλλά πολλά από τα μέρη που βλέπετε στην ταινία δεν τα ήξερα. Και ήταν συναρπαστική για μένα η ανακάλυψή τους. Νομίζω ότι η ταινία είναι και ένας φόρος τιμής στη Βιέννη. Είναι μια πόλη όπου το παρελθόν είναι πολύ έντονο κι αυτό μας βοήθησε, καθώς η ιστορία της ταινίες κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ήταν πηγή έμπνευσης για εμάς όλη αυτή η αίσθηση, την οποία δεν θα είχαμε αν η ταινία γυριζόταν σε στούντιο. Μπορούσαμε να νιώσουμε την ενέργεια των χώρων όπου βρισκόμασταν κι αυτό είχε τρομερό ενδιαφέρον.
Τι σας γοήτευσε περισσότερο στο σενάριο, το οποίο δουλευόταν επί 15 χρόνια περίπου; Πότε μπήκατε εσείς στο project;
Περισσότερο με ενδιέφερε η συνεργασία με την Ουλρίκε, η οποία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Έχει τόσο ισχυρό όραμα που δεν μπορείς να καταλαβαίνεις ακριβώς από πού πηγάζει, αλλά θέλεις απλά να την ακολουθήσεις, χωρίς πολλές ερωτήσεις. Και το σενάριο ήταν πολύ καλογραμμένο, γιατί συμμετείχε σε αυτό και η Ελφρίντε Γέλινεκ. Την Ουλρίκε τη γνώρισα πριν χρόνια σε μια αναδρομική έκθεσή της στο Πομπιντού. Και την κατάλαβα καλύτερα όταν άρχισα να βλέπω τις ταινίες της, όπως το “Joan of Arc of Mongolia”. Έχει εκπληκτική φαντασία, φτιάχνει τρομερούς κόσμους.

Είναι αλήθεια ότι ανταγωνιστήκατε την Τίλντα Σουίντον για τον ρόλο της αιματοβαμμένης κοντέσας;
Δεν ξέρω αν θα το αποκαλούσα ανταγωνισμό. Στην αρχή, κι αυτό ήταν πριν πολύ καιρό, η Ουλρίκε μου είχε προτείνει τον ρόλο της υπηρέτριας. Τελικά, όταν ξαναμιλήσαμε μου πρότεινε τον ρόλο της Μπάτορι, κι εγώ την παρακάλεσα να παίξω την υπηρέτρια!
Πώς προσεγγίσατε τον ρόλο αυτό;
Δεν ακολούθησα μια ψυχολογική προσέγγιση. Στην ταινία συμβαίνουν πολύ παράξενες καταστάσεις και οι διάλογοι είναι επίσης ιδιαίτεροι. Δεν το σκεφτόμουν και πάρα πολύ, πράγμα καλό, γιατί αν αρχίσεις να σκέφτεσαι υπερβολικά, αποτυγχάνεις. Απλώς αφέθηκα να με παρασύρουν οι καταστάσεις, που συχνά ήταν και αστείες. Από εκεί αντλούσα ενέργεια.
Το να παίξετε ένα βαμπίρ ήταν κάτι που προσωπικά επιθυμούσατε;
Όχι ιδιαίτερα. Δεν με γοήτευσαν ποτέ οι βρικόλακες. Ήξερα την πραγματική ιστορία της Ελίζαμπεθ Μπάτορι, αλλά εκείνη ήταν πολύ πιο «διψασμένη» από την εκδοχή που υποδύομαι εγώ. Λέγεται ότι σκότωσε εκατοντάδες νέες γυναίκες. Ήταν πραγματικά απάνθρωπη. Στην ταινία, δεν την προσεγγίζουμε με ρεαλιστικό τρόπο. Εγώ ένιωσα σχεδόν σαν να παίζω μια αγγελιοφόρο που μετακινείται από τόπο σε τόπο αναζητώντας ένα μυστικό. Γίνεται φορέας ενός μεγάλου μεταφυσικού ερωτήματος: γιατί είμαστε εδώ και πού πηγαίνουμε; Και ενός ακόμα, που είναι και ο πυρήνας της ταινίας: να είσαι θνητός ή αθάνατος;
Πάντα βγάζετε προς τα έξω μια αίσθηση σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Έχετε νιώσει ποτέ ότι κάτι είναι σας είναι δύσκολο;
Όχι, γιατί όταν ακολουθείς το όραμα κάποιου ικανού ανθρώπου, η δουλειά σου γίνεται πιο εύκολη και δεν έχει πολλές απορίες ή ενστάσεις. Ένιωθα σαν ένα εργαλείο στα χέρια της Ουλρίκε. Τα μαλλιά, το μακιγιάζ, τα κοστούμια, όλα ήταν μελετημένα σε αυτή την ταινία. Και από την αρχή μπορούσες να καταλάβεις τον τόνο της: υπάρχει χιούμορ, τίποτα δεν πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά. Είναι κάτι σαν μουσική, κάτι που απλά νιώθεις.
Στο σημερινό παγκόσμιο κλίμα πόλωσης, πιστεύετε ότι ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μπορεί ακόμη να θέτει δύσκολα ή επικίνδυνα ερωτήματα;
Ναι και πρέπει να κάνουμε το καλύτερο δυνατό ώστε να παραμείνει έτσι. Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος είναι εφευρετικός και απρόβλεπτος, και αυτό είναι κάτι υπέροχο. Είμαι αισιόδοξη για την πορεία του.

Η άποψη του MOVE IT για το Blood Countess
Πώς αισθανθήκατε που στο τελευταία Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε αφιέρωμα στην καριέρα σας;
Σίγουρα είναι κάτι πολύ τιμητικό, αλλά αυτό που με χαροποίησε ακόμη περισσότερο είναι που γνώρισα την Έρση Σωτηροπούλου, τη συγγραφέα και σύζυγο του Μισέλ Δημόπουλου (σημ: ο Δημόπουλος, που έφυγε από τη ζωή το 2023, ήταν κριτικός κινηματογράφου και είχε διατελέσει επί σειρά ετών διευθυντής του ΔΦΚ), τον οποίο είχα γνωρίσει παλιότερα και εκτιμούσα πολύ. Απήλαυσα πραγματικά τις συζητήσεις που έκανα με την Έρση και διάβασα στη συνέχεια και τα βιβλία της. Είναι μια εκπληκτική συγγραφέας.
Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μην σας ρωτήσουμε: θα θέλατε να είστε αθάνατη;
Όλοι μου κάνουν αυτή την ερώτηση! Να ζήσω όσο το δυνατόν περισσότερο; Να είμαι αθάνατη; Δεν ξέρω. Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι.
Θα θέλατε, όμως, να παίζετε στο θέατρο και το σινεμά για όσο το δυνατόν περισσότερο;
Ναι, φυσικά. Ή μπορεί και όχι. Θα δούμε.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων