66o ΦΚΘ: Το MOVE IT γράφει για 5 ελληνικά φιλμ
Το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσίασε 32 μεγάλου μήκους και 30 μικρού μήκους ελληνικές ταινίες, οι μισές από αυτές πραγματοποίησαν την πρεμιέρα τους στη φετινή διοργάνωση.. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τόσο μέσα από το πρόγραμμά του όσο και μέσα από τις δράσεις της Αγοράς, στηρίζει με συγκεκριμένες ενέργειες, προγράμματα και βραβεία την ελληνική κινηματογραφική κοινότητα, δίνοντας screening fee σε όλες τις ελληνικές ταινίες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και φυσικά βραβεία με χρηματικά έπαθλα και πολλές άλλες διευκολύνσεις που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Θα σας γράψουμε την άποψή μας για 5 από αυτές, ενώ εδώ μπορείτε να διαβάσετε για άλλες τρεις (Μπιτσκόμπερ, Γοργόνα, Πάττυ).
ΣΧΕΤΙΚΑTo Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τιμά εμβληματικούς ηθοποιούς του ελληνικού σινεμά
Madonnas
Η Νάνσυ κληρονομεί ένα vintage τροχόσπιτο και, μαζί με τη φίλη της Τζωρτζίνα, ξεκινούν ένα road trip. Tους έρχεται η τρελή ιδέα να το κάνουν μπουρδέλο για γυναίκες. Η αναζήτηση για «τσουτσούνι» καταλήγει σ’ έναν ταξιδιώτη και μαζί ιδρύουν τη Madonna. Αντιστέκονται στον συντηρητισμό με όπλο το χιούμορ, την αγάπη και την αλληλεγγύη. Ο Λάκης και ο Άρης Ιωνάς, γνωστοί ως The Callas, απασχολούν ποικιλοτρόπως μέσα από το ευρηματικό έργο τους, είτε είναι εικαστικό, είτε μουσικό, είτε κινηματογραφικό. Στην πέμπτη τους ταινία, το Madonnas, δύο νεαρές κοπέλες σαν άλλες Madonna, διεκδικούν τον εαυτό τους, την σεξουαλικότητα τους, την διάθεσή τους για σεξ και φυσικά την ανάγκη για εργασία. Το ελληνικό σινεμά έχει στραφεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια σε νεανικές σεξουαλικές επαναστάσεις εν μέσω θέρους σε μια απροσδιόριστη ή προσδιορισμένη επαρχία και η ταινία των Callas έρχεται να προστεθεί σε αυτό με έναν καλοπροαίρετο ερασιτεχνισμό που φαίνεται και τεχνικά, όπως στον κακό ήχο σε μερικά σημεία ή στο απλοϊκό σενάριο που θα λειτουργούσε καλύτερα σε μικρού μήκους ταινία μιας και μετά το πρώτο μισάωρο που έχει στην ουσία εξαντληθεί η πλοκή και απλώς περιμένουμε το τέλος, γεμίζει με σκηνές για να φτάσει η διάρκεια σε μεγάλου μήκους. Αν το βλέπαμε στην Δράμα, σίγουρα θα είχε ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα, όπως επίσης το ελληνικό σινεμά ίσως να ήρθε η ώρα να βρει και άλλες θεματικές. Το πρωταγωνιστικό τρίο των Τζωρτζίνα Λιώση, Νάνσυ Μπούκλη και Νικολάκη Ζεγκίνογλου, είναι απολαυστικό με μια ορμητική φρεσκάδα σε μια ιστορία που μας αφήνει στην μέση μιας αρχής, όπως ακριβώς ξεκίνησε (5/10). Παύλος Γκουγιάννος.
Maricel
Μια Φιλιππινέζα οικιακή βοηθός καλείται να αναλάβει τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου ζευγαριού σε ένα ορεινό χωριό της Κύπρου. Κάτι που μοιάζει απλό εξελίσσεται σε ένα αθέατο παιχνίδι εξουσίας, κατά το οποίο οι ισορροπίες κλονίζονται και τα όρια ανάμεσα στην ανάγκη, στον φόβο και στην τρυφερότητα θολώνουν επικίνδυνα. Στην τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Ηλίας Δημητρίου καταπιάνεται με ένα οικογενειακό μεγαλοαστικό δράμα για την ζωή μιας φιλιππινέζας οικιακής βοηθού κάπου στην Κύπρο, χωρίς να μιλάει ελληνικά και ενώ ξέρει να μαγειρεύει μόνο φιλιππινέζικα και κινέζικα, όπως εξομολογείται στην οντισιόν που περνάει, θυμίζοντάς μας την αντίστοιχη της ομώνυμης ταινίας του Τακάσι Μίικε. Φυσικά απουσιάζει ο σωματικός τρόμος στον οποίο οδηγείται εν τέλει ο ιάπωνας σκηνοθέτης, είναι όμως εμφανής ο ψυχολογικός πόλεμος και τρόμος που πρέπει να διαχειριστεί σε μια ξένη χώρα με τα δικά της προβλήματα. Ακολουθώντας έναν πιο ψυχρό αφηγηματικό δρόμο που περισσότερο συγγενεύει με την οικογενειακή ανία που βιώνει η Ζαν Ντιλμάν της Ακερμάν και λιγότερο ένα πιο καίριο και οξύ σχόλιο πάνω στην εργασιακή καταπίεση και την φτώχεια που εξωθεί τους ανθρώπους στα άκρα, όπως στα Παράσιτα του Bong Joon-ho. Λίγο κουραστικό και όχι τόσο αιφνίδιο στην πλοκή του, δεν συνταράζει ούτε διηγείται κάτι που δεν έχουμε ήδη ακούσει για τις γυναίκες (ή και άντρες) που καλούνται να «υπηρετούν» σιωπηλά και δειλά πλούσιους πολίτες. Η Maricel είναι ο κάθε ανώνυμος άνθρωπος που σιωπηλά προχωρά στην ζωή του σε μια ταινία που δεν διαθέτει το χάρισμα να πει κάτι οικουμενικά και να καλύψει ευρύτερες θεματικές (4,5/10). Παύλος Γκουγιάννος.
Τόμος 7
Το μέλλον δεν είναι παρά ένα ακόμα παρελθόν. Στο απομονωμένο Κτίριο-Πόλη που φέρει τον αριθμό 7, εκεί όπου η ανθρώπινη γνώση διατηρείται στη μνήμη των χαρισματικών και ο χρόνος κυλά σε ατέρμονους κύκλους, ένας νέος άντρας εμφανίζεται ξανά και ξανά για να αναμετρηθεί με τον έρωτα, την εξέγερση και την απατηλή υπόσχεση της διαφυγής. Μια γυναίκα που τον συναντά κάθε φορά γίνεται ο καθρέφτης αυτής της επανάληψης, διατηρώντας ζωντανή την ελπίδα πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Το δίδυμο των Πάνου Παππά και Δέσποινας Χαραλάμπους μετά από μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ στρέφονται στην μυθοπλασία και μάλιστα στο sci fi μέσα από μια δυστοπική ασπρόμαυρη αφήγηση που θυμίζει περισσότερο τον Σπόρο του Τούρκου σκηνοθέτη, Σεμίχ Καπλάνογλου παρά τις δυτικές ομοειδείς ταινίες. Βαθιά φιλοσοφική και σχεδόν αντικινηματογραφικά θεατρική, αντιμετωπίζει την ταινία σαν μια σύγχρονη τραγωδία για την δημοκρατία, την ελευθερία, την μνήμη και το παρελθόν. Οι χαρακτήρες, που ποτέ δεν αναλύονται επαρκώς για να ενδιαφερθούμε και εμείς ως κοινό μαζί τους, μέσα σε σκοτεινά μονοπάτια καλούνται να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της μοναξιάς αλλά και της διαφυγής από ένα περιβάλλον που μοιάζει να τους περιορίζει αν όχι να τους ελέγχει απόλυτα, θυμίζοντας μας την ανάγκη ενός κόσμου να εξεγερθεί όταν το ίδιο το σύστημα καταρρει. Η μυσταγωγική φωτογραφία του Ίοαν Μέλτσερ και η απόκοσμη μουσική του Νίκου Κυπουργού δίνει τον τόνο στην ταινία που δυστυχώς κρύβεται η ουσία της κάτω από το δύσληπτο περιτύλιγμα της (4,5/10). Παύλος Γκουγιάννος.
Κόκορας
Ένας θυρωρός του Δήμου Αθηναίων, αποφασισμένος να χαρίσει στον εξάχρονο γιο του το μέλλον που στερήθηκε ο ίδιος, τον γράφει σε ιδιωτικό σχολείο. Το κυνήγι του «ελληνικού ονείρου», καταλήγει σε μια δίνη κωμικοτραγικών συγκρούσεων, που τον φέρνουν μπροστά στην πιο πικρή ανατροπή: ίσως οι ψευδαισθήσεις να ήταν ό,τι καλύτερο είχε ποτέ. Η γραμμή που χωρίζει το αυθεντικό από το στερεοτυπικό είναι πιο λεπτή από αυτό που φαίνεται, και στη νέα ταινία του Τάσου Γερακίνη δυστυχώς η ζυγαριά γέρνει περισσότερο προς τη δεύτερη πλευρά. Υπάρχουν κάποιες επιτυχημένες ατάκες και διασκεδαστικές καταστάσεις σε όλο αυτό το γαϊτανάκι λαμογιάς και τοξικών διαπροσωπικών σχέσεων, όπως κι έναν Νίκο Κασάπη ιδιαίτερα “δουλευταρά” σε ερμηνευτικό επίπεδο, όμως δεν φεύγει η γενική αίσθηση ότι η ιστορία είναι σαν μια συρραφή κλισέ αντιλήψεων γύρω από την ελληνική εμπειρία, που έχουν μια δόση αλήθειας αλλά και μπόλικη υπερβολή για να βγει γέλιο μέσα από ορισμένα ευτράπελα, με τρόπο τέτοιο μάλιστα που υπονομεύει και σχεδόν όλους τους χαρακτήρες, αφού σεναριακά καθίστανται τόσο αντιπαθητικοί που είναι δύσκολο να ενδιαφερθεί ο οποιοσδήποτε για το αν θα ξεπεράσουν τα εμπόδια που τους εμφανίζονται. Κάποιες δε πτυχές θυμίζουν μέχρι και κάπως προσβλητικά ανέκδοτα παλιότερων εποχών (οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι, τα “κερατώματα” ως μέσο εκβιασμού). Και το σύνολο καταλήγει κάπως να ακυρώνει τον εαυτό του, καθώς από τη μία πλευρά θέλει να δείξει πως στηρίζεται πάνω σε μια συγκεκριμένη εγχώρια πραγματικότητα, από την άλλη όμως επειδή δεν επιθυμεί να “σπάσει αβγά” και να παραμείνει στα χωράφια μιας κατά βάση λαϊκής κωμωδίας λύνει τα προβλήματα που προκύπτουν στην πορεία για τους περισσότερους ήρωες με μια μη αληθοφανή ευκολία (3,5/10). Πάρις Μνηματίδης.
Regan
Ένα ψυχολογικό δράμα που εστιάζει στη διαδρομή μιας νεαρής γυναίκας, καλλιτέχνιδας, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της συγκρούσεις ύστερα από μια οδυνηρή εμπειρία ζωής. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φαντασιακό, προβάλλοντας την προσπάθεια της ηρωίδας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της και με την πραγματικότητα που τη βαραίνει. Η σκηνοθεσία έχει ορισμένες πολύ όμορφες στιγμές —ιδίως στα πλάνα και στη φωτογραφία— γενικά όμως, η αίσθηση που αφήνει η ταινία είναι αρκετά «βαριά» και απόμακρη. Η αφήγηση είναι αργή, με πολλές συμβολικές σκηνές που
σε σημεία κάνουν δύσκολη την παρακολούθηση. Νιώθεις πως προσπαθεί υπερβολικά να δείξει κάτι βαθύτερο, με αποτέλεσμα να χάνει τη φυσικότητα και τη συναισθηματική σύνδεση με τον θεατή. Η αφήγηση εξελίσσεται σε δύο παράλληλες πραγματικότητες, αλλά η έλλειψη ρυθμού και η συνεχής χρήση αργών πλάνων και συμβολισμών δυσκολεύει την κατανόηση και μειώνει την ένταση. Οι ερμηνείες παραμένουν ψυχρές και απόμακρες, ενώ η σκηνοθεσία δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για την εικόνα παρά για τη συναισθηματική σύνδεση του κοινού με την πρωταγωνίστρια. Το σκοτεινό περιβάλλον και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα παραπέμπουν σε ένα είδος συμβολικού εφιάλτη, χωρίς όμως να προσφέρουν σαφή νοήματα ή εξέλιξη στην πλοκή. Συνολικά, το Regan μοιάζει περισσότερο με άσκηση ύφους παρά με ολοκληρωμένο φιλμ. Ενώ φιλοδοξεί να προκαλέσει σκέψη και συναίσθημα, τελικά εγκλωβίζεται
στη δική του επιτήδευση. Αντί να σε συγκινήσει, σε αφήνει απορημένο και κουρασμένο. Είναι μια ταινία που πιθανότατα θα εκτιμηθεί από φεστιβαλικό κοινό, αλλά δύσκολα θα αγγίξει τον μέσο θεατή (3.5/10). Μαρία Χρονάκη













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων