Ανάλυση: Γιάννης Μαρής και κινηματογράφος
Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ. Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, το έργο του εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην πατρίδα μας, Γιάννη Μαρή.
ΣΧΕΤΙΚΑAνάλυση: «Η κόρη του Ρέμπραντ». Προσποίηση και ψευδαίσθηση
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια συνολική επανεκτίμηση του έργου του εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην πατρίδα μας, του Γιάννη Μαρή (ψευδώνυμο του Ιωάννη Τσιριμώκου, 1916-1979). Πέρα από το ότι με τα βιβλία του ενέταξε στην Ελληνική λογοτεχνία το χαρακτηριστικά μοντερνιστικό αστυνομικό είδος, χάρη στα πολλά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα του και τηρουμένων των αναλογιών με το μπαλζακικό έργο, έχτισε μια «ανθρώπινη κωμωδία» της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Μαρής είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την ανάδυση και ανάδειξη στην Ελλάδα του νέου μέσου μαζικής επικοινωνίας που είναι ο κινηματογράφος. Πολλές ταινίες βασίστηκαν σε βιβλία του και ο ίδιος συνέγραψε πολλά σενάρια, όχι μόνο αστυνομικής πλοκής. Δυο ταινίες, ιδιαίτερα, που βασίστηκαν σε βιβλία του, το «Έγκλημα στο Κολωνάκι» και το «Έγκλημα στα παρασκήνια» εισήγαγαν στα καθ’ ημάς και αποτελούν καλά παραδείγματα του είδους του φιλμ νουάρ. Φαίνεται, μάλιστα, ότι ο Μαρής ανέπτυσσε έναν ιδιαίτερο στοχασμό επάνω στον κινηματογράφο όπως θα φανεί παρακάτω.
Έγκλημα στο ΚολωνάκιΑνάμεσα στις μεταφορές του έργου του και μια τηλεταινία, το φιλμ «Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν» (1977), σε σκηνοθεσία του παλαίμαχου Ντίμη Δαδήρα, στην πραγματικότητα μια σύνθεση δυο επεισοδίων της σειράς «Υποψίες» που έγραψε ο Μαρής, μεταφέροντας εδώ το ομώνυμο μυθιστόρημά του. Πρόκειται για μια απολύτως αξιοπρεπή μεταφορά με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Σίσκο (ως επιθεωρητή Λέκκα και όχι Μπέκα, συνήθη ήρωα αστυνομικό του Μαρή) και τον Παύλο Λιάρα και άλλους γνωστούς ηθοποιούς της εποχής.
Η κοινωνική τιμή αληθείας της ταινίας είναι ότι το μυστήριο βασίζεται σε πολύ συγκεκριμένες παραβατικές συμπεριφορές. Πέρα από το δραματικό γεγονός του εγκλήματος, η δράση των προσώπων μπορεί να εξειδικευθεί εννοιολογικά ακόμη περισσότερο. Έτσι, οι εμπλεκόμενοι παλεύουν για το χρήμα και την κοινωνική κατίσχυση, οι πράξεις τους βασίζονται στη συγκατάθεση απέναντι σε υπάρχουσες δομές ισχύος, στην επίδειξη δύναμης και αναλγησίας και, τέλος, στην εξομάλυνση των αντιπαραθέσεων που θα μπορούσαν να βλάψουν τους ίδιους ή όσους συμπράττουν μαζί τους, κάτι που επιχειρούν κυρίως ψευδόμενοι απέναντι στη δικαιοσύνη. Ο σκοπός τους είναι η επιτυχής προσαρμογή και ωφελιμότητα από μια ειδική ισορροπία δυνάμεων η οποία και παρέχει το επιθυμητό γι’ αυτούς, δηλαδή το χρήμα και τη δύναμη. Είναι εξοργιστική η αποχή τους από την αναζήτηση της αλήθειας η οποία επαφίεται στους θαρραλέους και φυσικά δίκαιους, τους μόνους πραγματικά ανεξάρτητους και ικανούς να επιδοθούν σε αυτήν.
Το γεγονός ότι ο Μαρής στοχάζεται την κινηματογραφική αναπαράσταση καταδεικνύεται από το γεγονός ότι το έργο αναφέρεται σε τρία διακριτά φιλμ. Ο βοηθός του αστυνομικού, αυτός που πυροδοτεί τη δράση (Λιάρος) είναι οπερατέρ σε ένα στούντιο. Πέρα από την ταινία τη φωτογραφία της οποίας βλέπουμε να διευθύνει αυτός (ένα μελόδραμα), υπάρχει μια υποθετική ταινία που στόχο έχει να τον παρασύρει μακριά από την υπόθεση και ένα τρίτο επίσης υποθετικό φιλμ, αυτό που αφορά στις πιθανές εκβάσεις του μυστηρίου (χωρίς να ξεχνούμε βέβαια την ολοκληρωμένη ταινία που παρακολουθεί ο πραγματικός θεατής). Η πολλαπλότητα αυτή των ταινιών (μια υπαρκτή, μια «ρεαλιστικά» αναφερόμενη και δυο υποθετικές) ταιριάζει απόλυτα και θεμελιωδώς στην πολλαπλότητα των εκδοχών περί των συμβάντων που συνιστούν ένα αστυνομικό μυστήριο.
Πέρα από το σύμπαν του Μαρή και τις συνιστώσες του, πέρα από τις πειστικές, χαμηλών τόνων ερμηνείες, η επιτυχία του έργου βασίζεται στις επιλογές του Δαδήρα ως προς τους χώρους της ταινίας. Δεν πρόκειται για μια επίκληση της χωρικής σημειολογίας του νουάρ. Οι χώροι είναι καθημερινοί, φτωχοί ή ευπρεπείς, χώροι των δεξιώσεων, των μετακινήσεων (ο ηλεκτρικός, τα αυτοκίνητα), χώροι της διασκέδασης και της εργασίας, αστικοί και επαρχιακοί. Δεν είναι αρχετυπικοί του αστυνομικού είδους χώροι που παραπέμπουν σε μια ανάλογη δράση. Η ύπαρξή τους οφείλεται και στο ότι είναι θύματα της λήθης της πραγματικότητας εκ μέρους των εγκληματικών προσώπων. Οι χώροι, ωστόσο, έχουν τη δική τους λογική και η μοιραία συνύπαρξή τους (μια διαδρομή με το ηλεκτρικό και η σκηνή ενός εγκλήματος) μπορούν να ξεκινούν τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης.
Γιώργος Αραμπατζής
Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων