Πέντε σκηνοθέτες που άφησαν το χειρότερο για το τέλος
Το Χόλιγουντ λατρεύει τον μύθο του «ένδοξου φινάλε». Τον δημιουργό που φεύγει στην κορυφή, τον auteur που κλείνει την πορεία του με ένα τελευταίο αριστούργημα, σαν παλιός πυγμάχος που αποχωρεί αήττητος πριν δεχτεί την πρώτη γερή μπουνιά. Μόνο που η ιστορία του σινεμά δεν λειτουργεί σαν καλοστημένο αφιέρωμα των Όσκαρ. Συνήθως λειτουργεί πιο άτσαλα, πιο ειρωνικά και, συχνά, αρκετά πιο σκληρά. Για κάθε Τζον Χιούστον που τελείωσε με το θαυμάσιο “The Dead”, υπάρχουν πέντε άλλοι θρύλοι που έφυγαν αφήνοντας πίσω τους μια ταινία που όλοι προσπαθούν διακριτικά να ξεχάσουν.
ΣΧΕΤΙΚΑΑφιέρωμα: Οι κορυφαίες ταινίες των 60s
Το σημείωμα αυτό περιλαμβάνει τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, τον Χάουαρντ Χοκς, τον Μπίλι Γουάιλντερ, τον Τζορτζ Κιούκορ και τον Στάνλεϊ Ντόνεν. Το παράδοξο είναι πως σχεδόν κανείς τους δεν «καταστράφηκε» πραγματικά από αυτές τις τελευταίες αποτυχίες. Όταν έχεις σκηνοθετήσει το “Psycho”, το “Some Like It Hot” ή το “Singin’ in the Rain”, η υστεροφημία σου έχει ήδη ασφαλιστεί για μερικούς αιώνες. Αλλά αυτό δεν κάνει τις τελευταίες τους ταινίες λιγότερο αμήχανες. Όχι επειδή οι δημιουργοί «ξέχασαν» το σινεμά, αλλά επειδή το σινεμά είχε ήδη αλλάξει γύρω τους.
Άλφρεντ Χίτσκοκ — “Family Plot”
Υπάρχει μια σχεδόν άβολη αίσθηση όταν βλέπεις το “Family Plot”. Όχι επειδή είναι καταστροφικό — δεν είναι. Αλλά επειδή μοιάζει με ταινία κάποιου που προσπαθεί να μιμηθεί τον Χίτσκοκ χωρίς να είναι ο Χίτσκοκ.
Η υπόθεση έχει όλα τα συστατικά του κλασικού του σύμπαντος: ψεύτικη μέντιουμ, εξαφανισμένοι συγγενείς, απαγωγείς, απατεώνες, διπλά παιχνίδια. Η Μπάρμπαρα Χάρις και ο Μπρους Ντερν ψάχνουν τον χαμένο ανιψιό μιας πλούσιας ηλικιωμένης, μόνο που εκείνος είναι πλέον εγκληματίας. Κανονικά αυτό θα έπρεπε να οδηγεί σε άλλο ένα χιτσκοκικό παιχνίδι ταυτότητας και εμμονής. Αντ’ αυτού, οδηγεί σε μια περίεργα ελαφριά κωμωδία που μοιάζει να μην ξέρει ποτέ αν θέλει να είναι θρίλερ ή φάρσα. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο σοκ. Ο Χίτσκοκ υπήρξε ο άνθρωπος που έκανε το κοινό να ιδρώνει κοιτάζοντας μια σκάλα ή ένα ποτήρι γάλα. Στο “Family Plot”, τίποτα δεν αποκτά ένταση. Όλα κυλούν χαλαρά, σχεδόν νωχελικά, σαν ένας ηλικιωμένος μάγος που επαναλαμβάνει τα παλιά του κόλπα χωρίς ενθουσιασμό.
Παραμένει βέβαια πιο κομψό από πολλές άλλες αποτυχίες της εποχής. Αλλά όταν έχεις γυρίσει το “Vertigo”, το «απλώς αξιοπρεπές» ακούγεται σχεδόν σαν προσβολή.
Χάουαρντ Χοκς — “Rio Lobo”
Ο Χάουαρντ Χοκς ήταν ο τύπος σκηνοθέτη που μπορούσε να γυρίσει τα πάντα. Screwball κωμωδία; Εύκολο. Νουάρ; Φυσικά. Γκανγκστερικό; Άνετα. Γουέστερν; Κυριολεκτικά ιστορικά. Το “Rio Bravo” παραμένει μέχρι σήμερα η Βίβλος του ανδρικού επαγγελματισμού στο αμερικανικό σινεμά.
Και μετά εμφανίζεται το “Rio Lobo”, που μοιάζει σαν remake κακής τηλεοπτικής ανάμνησης του ίδιου του “Rio Bravo”.
Ο Τζον Γουέιν παίζει ξανά τον σκληρό άντρα με προσωπικό κώδικα τιμής, μόνο που αυτή τη φορά όλα δείχνουν κουρασμένα. Ο ίδιος ο Γουέιν φαίνεται εξαντλημένος, το σενάριο κινείται μηχανικά και ο Χοκς μοιάζει να σκηνοθετεί από συνήθεια αντί από πάθος. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι ίσως η μεταγενέστερη φήμη της. Ο Κουέντιν Ταραντίνο τη χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια ως παράδειγμα του γιατί θέλει να σταματήσει νωρίς. «Δεν θέλω να κάνω το δικό μου “Rio Lobo”», έχει πει. Και καταλαβαίνεις ακριβώς τι εννοεί.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι το φιλμ είναι αστεία κακό. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει με έργο ανθρώπου που δεν αντιλαμβάνεται πως ο κόσμος γύρω του έχει αλλάξει. Το 1970, το αμερικανικό σινεμά είχε ήδη μπει στη βρόμικη, παρανοϊκή εποχή του “New Hollywood”. Οι ήρωες είχαν γίνει αμφίσημοι, οι μύθοι διαλύονταν. Και ο Χοκς συνέχιζε να γυρίζει ταινίες σαν να βρισκόμαστε ακόμη στο 1959.
Τζορτζ Κιούκορ — “Rich and Famous”
Ο Τζορτζ Κιούκορ είχε χτίσει ολόκληρη καριέρα πάνω στη λεπτότητα. Ήταν ο σκηνοθέτης που ήξερε να κινηματογραφεί γυναίκες με πραγματική προσωπικότητα, σε εποχές όπου το Χόλιγουντ συχνά τις αντιμετώπιζε σαν διακοσμητικά αντικείμενα. Από την Κάθριν Χέπμπορν μέχρι την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ο Κιούκορ είχε την ικανότητα να μετατρέπει τους διαλόγους σε ξιφομαχίες.
Το “Rich and Famous”, δυστυχώς, θυμίζει περισσότερο απογευματινή τηλεοπτική σαπουνόπερα με ακριβό φωτισμό.
Η Ζακλίν Μπισέ και η Κάντις Μπέργκεν παίζουν δύο φίλες που ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές ως συγγραφείς: η μία καταξιωμένη λογοτέχνις με χαοτική ερωτική ζωή, η άλλη εμπορική επιτυχία με πιο συμβατική διαδρομή. Υπάρχουν έρωτες, απιστίες, καβγάδες, υπαρξιακά ξεσπάσματα. Αλλά τίποτα δεν αποκτά αληθινό δραματικό βάρος.
Το φιλμ μοιάζει να φωνάζει συνεχώς «σοβαρό ενήλικο δράμα», ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν κουτσομπολιό πολυτελείας. Το αποτέλεσμα είναι τόσο ξεχασμένο σήμερα, που ακόμη και αρκετοί σινεφίλ δυσκολεύονται να θυμηθούν ότι ήταν όντως η τελευταία ταινία του Κιούκορ.
Μπίλι Γουάιλντερ — “Buddy Buddy”
Αν υπάρχει ένας δημιουργός που προσωποποιεί το κλασικό χολιγουντιανό σενάριο, αυτός είναι ο Μπίλι Γουάιλντερ. Ο άνθρωπος πίσω από το “Sunset Boulevard”, το “Double Indemnity”, το “The Apartment”, το “Some Like It Hot”. Δηλαδή, ουσιαστικά, πίσω από μισή κινηματογραφική ιστορία του 20ού αιώνα.
Και μετά γυρίζει το “Buddy Buddy”.
Η υπόθεση ακούγεται θεωρητικά υποσχόμενη: ένας επαγγελματίας δολοφόνος συναντά έναν απελπιστικά αποτυχημένο αυτόχειρα στο διπλανό δωμάτιο ξενοδοχείου. Ο Γουόλτερ Ματάου και ο Τζακ Λέμον επανενώνονται. Θα έπρεπε να είναι θρίαμβος. Αντί γι’ αυτό, είναι μια σχεδόν εξαντλητική εμπειρία.
Τα αστεία πέφτουν νεκρά. Ο ρυθμός καταρρέει. Οι σκηνές μοιάζουν να τραβούν αιώνια χωρίς λόγο. Είναι σαν να βλέπεις δύο σπουδαίους μουσικούς να αυτοσχεδιάζουν χωρίς να ακούν πλέον ο ένας τον άλλον. Μια ταινία όχι επιθετικά κακή, αλλά που μοιάζει εντελώς αποσυνδεδεμένη από την οξύτητα που έκανε τον Γουάιλντερ τόσο μεγάλο.
Στάνλεϊ Ντόνεν — “Blame It on Rio”
Αν το “Singin’ in the Rain” είναι ένα από τα πιο χαρούμενα πράγματα που γέννησε ποτέ το αμερικανικό σινεμά, τότε το “Blame It on Rio” μοιάζει σχεδόν με εκδικητικό αντίστροφο είδωλο.
Ο Στάνλεϊ Ντόνεν, ένας από τους πιο κομψούς σκηνοθέτες της χρυσής εποχής, αποφάσισε να ολοκληρώσει την καριέρα του με μια κωμωδία όπου ένας μεσήλικας άντρας ξεκινά σχέση με την έφηβη κόρη του φίλου του κατά τη διάρκεια διακοπών στη Βραζιλία. Είναι όσο άβολο ακούγεται.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως η ταινία μοιάζει να πιστεύει πραγματικά ότι είναι σέξι και ανάλαφρη. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι απλώς παράξενη. Ο Μάικλ Κέιν κάνει ό,τι μπορεί, η νεαρή Ντέμι Μουρ προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στο χάος, αλλά τίποτα δεν σώζεται.
Ακόμη και οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές του Ντόνεν δυσκολεύονται να εξηγήσουν τι ακριβώς συνέβη εδώ. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο στοιχείο όλης της λίστας: το γεγονός ότι ακόμη και οι μεγαλύτεροι δημιουργοί μπορούν, κάποια στιγμή, να χάσουν εντελώς την πυξίδα τους.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων