Αφιέρωμα: O Zαν Λικ Γκοντάρ είναι αθάνατος

Δημοσίευση: 14 Σεπτεμβρίου 2022, 15:54
Συντάκτης:

«Να γίνω αθάνατος και μετά να πεθάνω»

<a href="/tainies/istoriaes-toy-sinema/67474">Ιστορία(ες) του σινεμά</a>ΣΧΕΤΙΚΑΙστορία(ες) του σινεμά

Ο πάπας της Nouvelle Vague, ένας από τους βασιλιάδες του παγκόσμιου σινεμά, ένας απίστευτα ταλαντούχος σκηνοθέτης και αν όχι ο πιο, σίγουρα ένας από τους πιο επιδραστικούς σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, ο largen than life Jean Luc Godard έφυγε στις 13 Σεπτεμβρίου 2022 από την ζωή σε ηλικία 91 ετών. Η Liberation έβγαλε πρώτη την είδηση προκαλώντας παγκόσμια σινεφίλ θλίψη.

Γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1930 στο 7ο διαμέρισμα του Παρισιού, ένα από τα πιο δημοφιλή από τα είκοσι διαμερίσματα της πόλης, καθώς σε αυτό βρίσκεται ο πύργος του Άιφελ, το Μουσείο Ορσέ και το Μουσείο Ροντέν μεταξύ άλλων μνημείων και μουσείων. Εκεί βρίσκονται και πολλά κυβερνητικά κτήρια, η έδρα της UNESCO και ξένες πρεσβείες, ενώ από τον 17ο αιώνα και εξής ήταν η περιοχή κατοίκησης της γαλλικής ανώτερης τάξης. Μέχρι σήμερα παραμένει μια από τις πιο εύπορες περιοχές του Παρισιού που εξακολουθεί να απευθύνεται κυρίως σε μεγαλοαστούς. Μέσα σε ένα εύκρατο και πολιτιστικά ανθηρό περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε ο νεαρός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κριτικός κινηματογράφου και θεωρητικός, ως γιος της γαλλίδας Odile Monod και του ελβετού Paul Godard. Από το 1949 σπούδασε ανθρωπολογία στην Σορβόνη αλλά πάντα ήταν ανήσυχο πνεύμα και δεν παρακολουθούσε. Μια αντιφατική προσωπικότητα με πολλές αντιθέσεις και πολλές συγκρούσεις. Μεγαλοαστός αλλά μαρξιστής, κριτικός αλλά και δημιουργός, ερασιτέχνης αλλά και επαγγελματίας, αντιαμερικανός αλλά φαν του αμερικάνικου σινεμά το οποίο τον ενέπνευσε και το οποίο ο ίδιος ως κριτικός κινηματογράφου ανέδειξε. Ποτέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από αυτές τις εσωτερικές του αντιφάσεις.

Ο νεαρός Godard σύχναζε σε σινεκλαμπ του Καρτιέ Λατέν και στην Γαλλική Ταινιοθήκη, η Μέκκα για κάθε γάλλο σινεφίλ, που γαλούχησε γενιές και γενιές και έτσι ήρθε σε επαφή με τον μαγευτικό και καθοριστικό για εκείνον κόσμο του κινηματογράφου. Βέβαια και ο ίδιος με την σειρά του έμελε να καθορίσει την τέχνη του. Εκεί θα γνωρίσει τους επίσης νεαρούς Φρανσουά Τριφό, Κλοντ Σαμπρόλ, Ερίκ Ρομέρ και Ζακ Ριβέτ. Με τον Ρομέρ και τον Ριβέτ θα εκδώσει ένα κινηματογραφικό περιοδικό το 1950, το Gazette du Cinema, το οποίο δεν θα μακροημερεύσει μιας και εξέδωσε πέντε τεύχη. Το 1951 ο θεωρητικός του σινεμά, Αντρέ Μπαζέν, θα ιδρύσει το ιστορικό περιοδικό Cahiers du Cinema, ένα από τα σημαντικότερα-μέχρι και σήμερα- κινηματογραφικά περιοδικά στον κόσμο με τεράστια επίδραση ειδικά εκείνη την εποχή. Θα προσληφθεί ο Godard ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό, στο οποίο θα δουλέψουν και οι λοιποί του φίλοι και μετέπειτα κινηματογραφιστές. Η πρώτη του κριτική δημοσιεύεται τον Ιανουάριο του 1952 και αφορά την ταινία No Sad Songs For Me του Rudolph Mate. Ως κριτικός θα σταθεί μπροστάρης και υπερασπιστής του όρου auteur (δημιουργός) και μαζί με τους υπόλοιπους κριτικούς του περιοδικού θα γράψουν καλές κριτικές μόνο για τις ταινίες που υπηρετούν το σινεμά του auteur, ενώ ως λάτρης του αμερικανικού σινεμά θα αναδείξει σε auteur τους Otto Preminger, Howard Hawks, Alfred Hitchcock, Nicholas Ray, ενώ θα είναι επικριτικός προς το γαλλικό ακαδημαϊκό σινεμά. Μερικές από τις αγαπημένες του αμερικάνικες ταινίες ήταν οι εξής: Scarface του Hawks, Ο Μεγάλος Δικτάτορας του Chaplin, Vertigo του Hitchcock, Singin in the Rain των Stanley Donen-Gene Kelly, The Lady from Shanghai του Welles, Angel Face του Preminger και άλλες. Ακόμα όμως και η πίστη του στην ιδέα περί δημιουργού θα άλλαζε με τα χρόνια, όπως και άλλες ιδέες του, όπως ότι ο κινηματογράφος θα αλλάξει τον κόσμο, μέχρι να διαπιστώσει ματαιωμένα πως δεν μπορεί. Σε μια συνέντευξή του στον Guardian, από τις ελάχιστες που έχει δώσει αποφεύγοντας μετά μανίας την δημοσιότητα, είχε δηλώσει "Δεν είμαι auteur, όχι πλέον έστω. Κάποτε πιστεύαμε στους auteurs, αλλά δεν ήμασταν. Δεν είχαμε ιδέα. Ο κινηματογράφος τελείωσε. Είναι λυπηρό που κανείς δεν τον εξερευνά πραγματικά".

Την δεκαετία του 1950 το γαλλικά σινεμά είχε ήδη μια μακρά παράδοση και ήταν πολύ ισχυρό εμπορικά, ίσως και το ισχυρότερο στην Ευρώπη. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας παρατηρείται μια πτώση των εισιτηρίων και σταδιακό κλείσιμο αιθουσών. Μια ομάδα νέων κινηματογραφιστών, με την βοήθεια κρατικών επιδοτήσεων που βοηθούσαν νέους σκηνοθέτες που ήθελαν να υπηρετήσουν ένα  πιο ποιοτικό σινεμά (ο νόμος βοήθειας προς τις ποιοτικές ταινίες), ήρθαν στην επιφάνεια για να ταράξουν τα νερά του συντηρητικού και ακαδημαϊκού, κατά την γνώμη τους, γαλλικού σινεμά. Το κίνημα ονομάστηκε Nouvelle Vague, νέο κύμα, ενώ έπειτα από το γαλλικό, ακολούθησαν πολλά άλλα πανευρωπαϊκά και διεθνώς. Το γαλλικό νέο κύμα αποτελούνταν από τους Γκοντάρ, Τριφό, Ριβέτ, Ρομέρ, Ανιές Βαρντά, Λουί Μαλ, Αλέν Ρενέ. Από το 1955 έως το 1959 σκηνοθετούσε ταινίες μικρού μήκους, ενώ το 1960 σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους που είναι και από τις πρώτες του κινήματος, το Με Κομμένη την Ανάσα με τον Jean Paul Belmondo και την Jean Seberg. Δεν είναι τυχαίο που επιλέγει τον ωραίο άσχημο του γαλλικού σινεμά μιας και είχε πάθος με τον Humphrey Bogart, τον οποίο είχε πόστερ παλιότερα στο δωμάτιό του.

Η καριέρα του θα μπορούσε να διακριθεί με τον εξής τρόπο:

1η Φάση: 1959-1967 - Nouvelle Vague

Ταινίες που δημιουργεί ίσως στην καλύτερη κινηματογραφική περίοδο της καριέρας του είναι: Με Κομμένη την Ανάσα (1960), Une Femme est Une Femme (1961), Ζούσε την Ζωή της (1962), Le Petit Soldat (1963), Les Carabiniers (1963), Le Mempris (1963), Bande a Part (1964), Μια Παντρεμένη Γυναίκα (1964), Alphaville (1965), Pierrot le Fou (1965), Masculin Feminin (1966), Made in U.S.A. (1966), Δύο ή Τρία Πράγματα που ξέρω για αυτήν (1967), η Κινέζα (1967) και Week-end (1967). Η περίοδος αυτή ολοκληρώνεται λίγο πριν τον εκρηκτικό Μάη του 68, στον οποίο συμμετείχε ενεργά. Μάλιστα, είχε επέμβει στο Φεστιβάλ των Καννών που είχε ξεκινήσει να πραγματοποιείται τον Μάιο του 1968 στην νότια Γαλλία και μαζί με άλλους σκηνοθέτες, όπως ο Λουί Μαλ και ο Ρομάν Πολάνσκι, επέβαλαν την διακοπή του, θεωρώντας πως η ζωή προηγείται της τέχνης και δεν μπορεί το Παρίσι να φλέγεται και στις Κάννες να βλέπουν και να κρίνουν ταινίες. Ο Γκοντάρ είχε προβλέψει ή καθοδηγήσει την επανάσταση ή την καλύτερη προσομοίωση επανάστασης, όπως την αποκάλεσε ο Ουμπέρτο Έκο, καθώς στην ταινία του η Κινέζα, με την σύζυγο και μούσα του, Anne Wiazemsky, μιλούσε για μια ομάδα φοιτητών που διαβάζει Μάο και θέλει να αλλάξει τον κόσμο σύμφωνα με τις θεωρίες του περί τρομοκρατίας. Την περίοδο αυτό εισάγει όλες τις καινοτομίες για τις οποίες έγινε γνωστός παγκοσμίως: κάμερα στο χέρι, απουσία σεναρίου, με πολλούς αυτοσχεδιασμούς και ατάκες που γράφονται εκείνη την ώρα, γρήγορες μεταβάσεις και μοντάζ, ένα σινεμά με αρχή, μέση και τέλος αλλά όχι απαραίτητα με αυτή την σειρά, όπως έχει πει ο ίδιος, ένα σινεμά κοινωνικό αλλά όχι ακόμα τόσο πολιτικό, χωρίς όμως να αγνοούνται τα όσα γίνονται εκείνη την εποχή. Στην μνήμη όλων έχει μείνει το Με Κομμένη την Ανάσα, το Ζούσε την Ζωή της με την Anna Karina, η Περιφρόνηση με την Brigitte Bardot, το δυστοπικό Alphaville που κέρδισε την Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο, ο τρελός Πιερό με τον Belmondo και βέβαια η Κινέζα και το τρελό Week-end, μια μεταμοντέρνα μαύρη κωμωδία καυτηριασμού της αστικής ζωής, που θα τον οδηγήσει στην επόμενη πολιτική του στροφή.

2η Φάση: 1968-1972 - Η φάση Dziga Vertov ή η πολιτική φάση

Οι ταινίες που ανήκουν σε αυτή την περίοδο είναι οι εξής: Cine-tracts (1968), Le Rouge (1968), Μια ταινία σαν τις άλλες (1968), One Plus One (1968), One A.M. (One American Movie, 1968), Le Gai Savoir (1969), British Sounds (1969), Pravda (1969), Le Vent d' est (1969), Luttes en Italie (1969), Μέχρι την νίκη (1970), Vladimir et Rosa (1971), Schick after Shave (1971), Tout va Bien (1972), Letter to Jane (1972). Το ότι ο κινηματογράφος εφευρέθηκε σαν εργαλείο σκέψης, η ανθρωπότητα το λησμόνησε εξαιρετικά γρήγορα". Τάδε έφη Jean Luc Godard. Εκείνος όμως δεν ξεχνά το κινηματογραφικό παρελθόν ούτε σταματά να σκέφτεται και ειδικά εκείνη την περίοδο έντονα πολιτικά και ιδεολογικά, θεωρώντας το πολιτικό σινεμά επιβεβλημένο σε μια εποχή πολλών αλλαγών και μεταβάσεων. Αργότερα θα έλεγε για τις ταινίες του αυτής της φάσης ότι ήταν "επαναστατικά σκουπίδια". Υπερβολικό μεν, αλλά σίγουρα αυτή η φάση δεν άφησε πολλά αριστουργήματα ή έστω κάτι τρομερά αξιοσημείωτο, ίσως πέραν του Tout va Bien, που παραμένει μια από τις γνωστές και καλές ταινίες του. Η φάση του πολιτικού σινεμά ονομάστηκε Dziga Vertov από το όνομα του σοβιετικού σκηνοθέτη των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Το Man with a Movie Camera (1929) παραμένει μια ταινία-masterclass για κάθε επίδοξο κινηματογραφιστή λόγω της τεχνικής και θεματικής πρωτοπορίας της. Ο Γκοντάρ με τον Jean-Pierre Gorin δημιούργησαν την ομάδα Dziga Vertov με σκοπό να κάνουν ταινίες με συγκεκριμένο τρόπο: μαρξιστική ιδεολογία, μπρεχτική φόρμα και απουσία προσωπικής ταυτότητας. Μετά το Letter to Jane η ομάδα διαλύθηκε.

3η Φάση: 1974-1978 - Η μεταβατική φάση (SonImage)

Μια σύντομη φάση, μεταβατική από το πολιτικό σινεμά στο σινεμά που τον ανέδειξε με ταινίες όπως: Νούμερο 2 (1975), Εδώ και Αλλού (1976), Comment ca va (1976), Έξι φορές δύο. Πάνω και κάτω από την Επικοινωνία (1976), Faut pas Rever (1977), Γαλλία, Γύρος, Παράκαμψη, Δύο Παιδιά (1978). Παρότι λίγες ταινίες, παρέδωσε δύο ακόμα αριστουργήματα στην φιλμογραφία του, το Γαλλία...για δύο παιδιά γεννημένα το 1968 που μέσω της πορείας τους σε ένα στιλ ντοκιμαντερίστικο κατακρίνει της υποκρισία βασικών θεμελίων της γαλλικής κοινωνίας, όπως η οικογένεια, το σχολείο, τα ΜΜΕ, σε μια δική του, παντελώς ελεύθερη μεταφορά του βιβλίου ο Γύρος της Γαλλίας από δύο παιδιά, που του είχε ζητήσει ένα τηλεοπτικό κανάλι, αλλά και το έξι φορές δύο, μια σειρά δώδεκα ωριαίων επεισοδίων που όμοια της δεν είχε ξαναδεί η παγκόσμια τηλεόραση και ίσως λίγες φορές θα ξαναδεί, μια σειρά που έκανε τον Ζιλ Ντελέζ να την θαυμάσει και να την εκθειάσει. Και οι άλλες ταινίες ωστόσο έχουν και αυτές το δικό τους ενδιαφέρον, έχοντας ακόμα αρκετά στοιχεία πολιτικού και κοινωνικά ευαισθητοποιημένου σινεμά, τα οποία δεν θα τα έχανε ποτέ, όσους πειραματισμούς και αν έκανε στην εικόνα ως μέγας εικονοκλάστης.

4η Φάση: 1979-1988 - Το Δεύτερο Κύμα

Η τέταρτη φάση αποτελείται από τα Sauve qui peut (la vie) (1980), Passion (1982), Prenom Carmen (1983), Χαίρε Μαρία (1985), Ντετέκτιβ (1985), Βασιλιάς Λιρ (1987), Soigne ta droite (1987). Μια πολύ ενδιαφέρουσα φάση της καριέρας του, ίσως όχι τόσο γνωστή όσο θα έπρεπε, καθώς υπάρχει μια ταινία-εκδοχή της Κάρμεν του Μπιζέ (Prenom Carmen), στην οποία η Κάρμεν είναι μέλος συμμορίας που σχεδιάζει ληστεία τράπεζας, χρησιμοποιώντας ως βιτρίνα το γύρισμα μιας ταινίας και καταλήγοντας να είναι μια τρομερή κωμωδία (!) κερδίζοντας τον Χρυσό Λέοντα στην Βενετία (είχε κερδίσει και Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο αλλά ποτέ Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες), μια ταινία μεταφορά της ιστορίας της Παναγίας στο σήμερα (Χαίρε Μαρία) προκαλώντας πανικό παγκοσμίως αλλά και εισπράξεις και οδηγώντας τον Πάπα στο να την αποκηρύξει και χιλιάδες θρησκόληπτους να διαμαρτυρηθούν εντόνως για την βλασφημία (μιλάμε για τον Γκοντάρ, προφανώς και θα ήταν βλάσφημος απέναντι στα πάντα, ακόμα και στην ίδια του την ύπαρξη), μια ταινία με την Isabelle Hupert και την Nathalie Baye με την δεύτερη να κερδίζει Cesar σε μια από τις πιο μουσικές ταινίες του (Sauve qui peut), μια ταινία που συνδυάζει κλασική μουσική με διάσημους πίνακες ζωγραφικής του Ρέμπραντ, του Ντελακρουά, του Ελ Γκρέκο, του Ενγκρ και του Γκόγια (Passion) και έναν King Lear με τον ίδιο, τον Woody Allen, τον Peter Sellers και τον Leos Carax. Στην ίδια φάση έκανε και το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους Meeting WA, που στην ουσία είναι μια συνέντευξη με τον Woody Allen.

5η Φάση: 1989-2022 - Ψηφιακός Πειραματισμός

Η τελευταία φάση δεν ολοκληρώθηκε όπως θα ήθελε, καθώς σε μια ινσταγκραμική συνέντευξη κατά την διάρκεια της πανδημίας το 2021, δήλωσε πως έχει στα σχέδια δύο τελευταίες ταινίες και μετά θα αποσυρόταν, αλλά τελικά δεν πρόλαβε να τις κάνει. Μια πειραματική περίοδος, τόσο από τεχνολογικής απόψεως, όσο και από δομικής, σε μια προσπάθεια ολικής αφηγηματικής αποδόμησης και φιλοσοφικής εμβάθυνσης, δείχνοντας ότι ίσως ήταν και ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού και πρώιμου 21ου αιώνα. Ταινίες αυτής της περιόδου ήταν: Nouvelle Vague (1990), Allemagne annee 90 neuf zero (1991), Helas pour moi (1993), JLG/JLG, autoportrait de decembre (1994), For Ever Mozart (1996), Ελεγεία του Έρωτα (2001), Η Μουσική μας (2004), Film Socialisme (2010), Adieu au Langage (2014) και Le Livre d' Image (2018). Η περίοδος ανοίγει συνεργαζόμενος με τον Alain Delon, συνεχίζει με τον Eddie Constantine να επαναλαμβάνει τον ρόλο του στο Alphaville σε ένα άτυπο σίκουελ, με έναν τίτλο που παραπέμπει στο Germany, Year Zero του Ροσελίνι, έπειτα ένας ακόμα γάλλος ηθοποιός παίζει σε ταινία του, ο Gerard Depardieu, σε μια μεταφορά του αρχαιοελληνικού μύθου της Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα, μετά για πρώτη φορά βάζει μπροστά τον εαυτό του σε ένα τύπου ντοκιμαντέρ για τον ίδιο, ενώ μετά ξεκινάνε οι πιο μεγάλοι πειραματισμοί ξεκινώντας με την Ελεγεία και φτάνοντας στον Αποχαιρετισμό στην Γλώσσα και στο Βιβλίο των Εικόνων, ως μετρ της εικόνας που ήταν.

Εμβληματικό του έργο με ξεχωριστή σημασία είναι το Histoire(s) du Cinema (1988-1998), μια σειρά οκτώ ταινιών μικρού μήκους για την ιστορία της έβδομης τέχνης και της σχέσης της με την ιστορία του 20ού αιώνα. Ένα magnum opus 266 λεπτών στο σύνολο του, που αποτυπώνονται σκηνές από ταινίες, ατάκες, δικές του απόψεις και φράσεις, αρχειακό υλικό. Με αυτό εκδηλώνει την παντοτινή του αγάπη προς τον κινηματογράφο, την έμφασή του στην σύνδεση με τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και την κριτική του στάση προς όλους και όλα.

Έφυγε από την ζωή όπως ήθελε, μόνος του και με δική του επιλογή, καθώς φαίνεται πως έφυγε από την ζωή με ευθανασία, καθώς είχε προβλήματα υγείας και ήταν κουρασμένος από την ζωή οπότε πήρε την συγκεκριμένη απόφαση. Ανατρεπτικός ακόμα και στον θάνατό του.

Η σημασία του θα μείνει ανεξίτηλη στον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο που στην προπέρσινη λίστα του Sight and Sound, ενός από τα σπουδαιότερα κινηματογραφικά περιοδικά στον κόσμο, που ανά μια δεκαετία ζητά από ανθρώπους του χώρου να ψηφίσουν τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, στις πρώτες πενήντα θέσεις μόνο ένας σκηνοθέτης είχε τέσσερις ταινίες: ο JLG!!!

Επίγονοι υπάρχουν πολλοί και μάλιστα οι περισσότεροι στο αμερικάνικο σινεμά, παράδοξο μεν λόγω της αντιπάθειας που είχε προς τον αμερικανικό καταναλωτισμό, τις μεγάλες στουντιακές παραγωγές και τις ιστορίες τους χωρίς θέμα παρά μόνο μια απλή ιστορία, από την άλλη λογικό καθώς τον καλό αμερικάνικο κινηματογράφο τον αγάπησε με πάθος. Martin Scorsese, Francis Ford Coppola, Woody Allen, Robert Altman, Hal Ashby, Steven Soderbergh, Quentin Tarantino, Jim Jarmush, Edgar Wright, Paul Thomas Anderson είναι μόνο μερικοί από τους σκηνοθέτες που του χρωστούν πολλά, όπως και ο Abbas Kiarostami, ο Milos Forman, ο Bernardo Bertolucci, ή ακόμα και οι εντελώς ιδιαίτεροι και προβοκάτορες Leos Carax και Lars von Trier. Ανάμεσα στις διακρίσεις που έχει λάβει είναι ο Χρυσός Λέοντας το 1983, η Χρυσή Άρκτος το 1965, το τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο το 2010, το οποίο δεν παρέλαβε λέγοντας "Αν η Ακαδημία θέλει να το κάνει, ας το κάνει. Αλλά μου φαίνεται περίεργο. Αναρωτιέμαι ποιες από τις ταινίες μου έχουν δει. Ξέρουν άραγε τις ταινίες μου;". Το 1987 και το 1998 παρέλαβε επίσης τιμητικό Cesar ενώ το 2018 για την τελευταία του ταινία έναν ειδικό Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Όσο ζούσε, κυκλοφόρησε και η ταινία του Μισέλ Χαζαναβίσιους, Le Redoutable, μιμούμενος το στιλ του Γάλλου σκηνοθέτη, τον οποίο υποδύθηκε ο Louis Garrel και η Stacy Martin την σύντροφό του, Anne Wiazemsky.

Περισσότερα σινεφιλικά αφιερώματα μπορείτε να αναζητήσετε σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον blog.

Ακολουθήστε το Move It στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα του σινεμά!
Πρώτη δημοσίευση: 14 Σεπτεμβρίου 2022, 15:54
Ενημέρωση: 14 Σεπτεμβρίου 2022, 15:54
Συντάκτης:

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Beast

Beast

Θα το βρείτε: Cosmote TV

Σύνοψη: Πατέρας προσπαθεί να φτιάξει τη σχέση του με τις κόρες, ταυτόχρονα αποτρέποντας να...
5 ώρες