Θα το βρείτε: Apple TV

Σύνοψη: Η Λίνσεϊ, μετά από έναν εγκεφαλικό τραυματισμό που υπέστη στο Αφγανιστάν, επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της έως ότου αναρρώσει πλήρως. Εκεί θα γνωρίσει και τον Τζέιμς, ο οποίος παλεύει με τα δικά του λάθη του παρελθόντος, που θα είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που θα μπορέσουν να αντιληφθούν και να κατανοήσουν το τραύμα της.

Άποψη: Οι υποκριτικές ικανότητες της Τζένιφερ Λόρενς ποτέ δεν μας απογοήτευσαν στην διάρκεια της καριέρας της, όμως έχουμε καιρό (από το “Mother!” του Αρονόφσκι πιθανότατα) να την δούμε σε μία παραγωγή που να αξιοποιεί εκτενώς το ταλέντο της. Με το φετινό “Causeway”, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο, επανέρχεται και θυμίζει εποχές “Winter’s Bone”, όπου η ψύχραιμη και ήρεμη ερμηνεία δεν ισοδυναμεί ούτε στο ελάχιστο με αδύναμη ηθοποιία, αλλά μάλλον το αντίθετο.

Η Λίνσεϊ είναι ένας χαρακτήρας που φέρει έντονο τραύμα, σκοτεινές μνήμες, σωματικές δυσκολίες, τα οποία παλεύει να κρύψει για το φιλοθεάμων κοινό, όσο άβολα και αν νιώθει. Η Λόρενς από την άλλη είναι η ηθοποιός που τα έκανε κτήμα της και τα πρόβαλε σα να προέρχοταν από την δική της ζωή.

Περνώντας κάποιες εβδομάδες στο πλευρό μιας νοσοκόμας (Jayne Houdyshell) η Λίνσεϊ πρέπει να μάθει να ελέγχει εκ νέου το σώμα της, κυρίως το χέρι της, όπως και την ψυχολογία της. Η προσέγγιση της Λίλα Νόϊγκεμπάουερ στην θεραπεία είναι ρεαλιστική και αναδεικνύει όλες τις πτυχές του τραύματος που αγνοούμε, ενώ συνδυαστικά με την ευχέρεια της Λόρενς στο δράμα, η ταινία έχει ήδη θριαμβεύσει από τις πρώτες σκηνές.

Η συνέχεια επιφυλάσσει την ίδια ευάλωτη ατμόσφαιρα, με την Λόρενς να είναι το επίκεντρο μιας θεραπείας εν εξελίξει, η οποία διαγράφει φιλόδοξη πορεία, ειδικά μετά την γνωριμία με τον Τζέιμς. Στον ρόλο του ο Μπράιαν Ταϊρί Χένρι είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τον πρόσφατο ρόλο του στο “Bullet Train” και στέκεται απέναντι στην ερμηνεία της Λόρενς προσεκτικά αλλά χωρίς ποτέ να την αφήσει να τον εξαφανίσει από το πλάνο. Η μελαγχολία που φέρνει στο τραπέζι είναι συγκινητική και η αλληλεπίδραση του με την Λόρενς ειλικρινής.

Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε την απλόχερα ολοκληρωτική αφοσίωση των ηθοποιών, όπως και την απλότητα στον φακό της Νόϊγκεμπάουερ, το σενάριο δεν κλιμακώνεται αλλά ούτε εκτονώνεται όπως θα περιμέναμε, αν αναλογιστούμε μάλιστα πως πιστώνεται όχι σε έναν, όχι σε δύο, αλλά σε τρεις σεναριογράφους (Οτέσα Μόσφεγκ, Λουκ Γκέμπελς και Ελίζαμπεθ Σάντερς).

Κάπως, δηλαδή, η πλοκή -η οποία είναι στοιχειώδης- δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι τρεις δημιουργοί συνέβαλαν σε αυτό. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σκηνές που σε αγγίζουν συναισθηματικά ή σε σοκάρουν με την πειστικότητά τους, απλά η κορύφωση αργεί να έρθει. Ή όταν έρθει, δεν την καταλαβαίνεις.

Συνοπτικά, το “Causeway” είναι μία δυνατή ταινία κυρίως λόγω των δυνατών πρωταγωνιστών του και λιγότερο λόγω της ιστορίας που θέλει να πει. Βέβαια, η ικανότητα του να φλερτάρει με την μοναξιά, το τραύμα, την δύσκολη κοινωνικότητα και την συμφιλίωση με το παρελθόν, το κάνει αυτομάτως πολύ αναγκαίο να υφίσταται στην οθόνη μας.

Πρώτη δημοσίευση: 15 Νοε. 2022, 17:10
Ενημέρωση: 15 Νοε. 2022, 17:10
Συντάκτης: 
Τίτλος:
Causeway
Είδος: 
Χώρα: 
Έτος: 
Διάρκεια: 
92
Πλατφόρμα Streaming: 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ